Mappemonde, τραπέζι με θέα

23 Ιουνίου 2021
Η Θάλεια Τσιχλάκη επισκέπτεται το Mappemonde, στο roof-top του Athens Capital Hotel Mgallery, μαγεύεται από τη θέα και πιστοποιεί ότι ο σεφ Δημήτρης Μπούτσαλης και η ομάδα του είναι σε μεγαλύτερη φόρμα από ποτέ!
  • MAPPEMONDE, ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΘΕΑ | Κριτικές Εστιατορίων
7.0
Ατμόσφαιρα:
Εξυπηρέτηση:
Κάβα:
3.5 / 5.0
4.0 / 5.0
3.5 / 5.0
Τύπος:
Ποιότητα:
Κουζίνα:
Casual & Chic
Μοντέρνα
Ελληνική

Μου είναι αδύνατο να μην αναφερθώ στο spot view που προσφέρει το εστιατόριο. Το Mappemonde βρίσκεται στον 10 όροφο, στο rooftop του νέου 5άστερου και πολύ arty ξενοδοχείου Athens Capital Center Hotel - MGallery Collection από όπου η θέα του κέντρου της Αθήνας είναι μοναδική. Καθώς απολαμβάνω το martini μου μπροστά μου απλώνεται φωτισμένη όλη την Πανεπιστημίου μέχρι την Ομόνοια, στο βάθος αριστερά βλέπω την Ακρόπολη και τη Μεγάλη Βρεταννία. Στα δεξιά μου, καθώς ο ήλιος δύει, ο Λυκαβηττός αντικατοπτρίζεται στα προστατευτικά τζάμια και μοιάζει να αιωρείται σαν fata morgana ανάμεσα στα γκριζογάλανα σύννεφα. Πίσω μου πάλι, δίπλα στην πισίνα, βρίσκεται το ιδανικό σημείο για να απολαύσει κανείς από ψηλά την εγκατάσταση του Mappemonde – ενός έργου που φιλοτέχνησε το 1988 ο εκλιπών Γιώργος Λάππας και σήμερα το εντυπωσιακότερο τμήμα του διατρέχει κατακόρυφα τους ορόφους του κτηρίου.

Το δείπνο στο εστιατόριο Mappemonde ανοίγει ελληνικά∙ με ελιές, μια φίνα ταραμοσαλάτα, διάφορα καλοφτιαγμένα ψωμιά κι ένα βούτυρο με αρωματικά βότανα – αναφορά στο Acrocalypse, το ακροκέραμο που επαναλαμβάνεται, διαφοροποιημένο, σε διάφορους χώρους του ξενοδοχείου, έργο του εικαστικού Βαγγέλη Χουρσόγλου a.k.a. Woozy.


Οι εκπλήξεις, όμως που μας επεφύλασσε ο σεφ Δημήτρης Μπούτσαλης, παλιού μας γνώριμου από το GB Roof Garden, ξεκίνησαν από ένα ταρτάρ κρουστής καραβίδας Ευβοϊκού, που έδενε όμορφα με το δροσερό του «γκασπάτσο» με ροδάκινο, τσίλι, τζίντζερ και κόλιανδρο. Ακολούθησε μια έξυπνη εκδοχή της χωριάτικης, η ελληνική σαλάτα που ήρθε μέσα σε μια παξιμαδένια βάση τάρτας από χαρούπι (τραγανή σαν ζύμη μπριζέ) με τοματίνια, ζελέ αγγούρι, κρεμμύδι σε πίκλα, μους φέτας Καλαβρύτων, κρίταμο, ρίγανη και καπαρόφυλλα. Μετά ήρθε το κορυφαίο, για μένα, πιάτο του δείπνου μας: ένα ταρτάρ από μοσχάρι Black Angus μέσα σε ένα κόκαλο, αναμεμειγμένο με το μεδούλι του και μια μαγιονέζα κάπαρης. Πάνω του, ως τραγανή αντίστιξη, υπήρχε μια διακριτική δόση ξύσματος τρούφας και λεπτές «κλωστούλες» τηγανητής πατάτας που του πρόσθεταν υφή και umami. Την ώρα που το άπλωσα πάνω στο φρυγανισμένο πολύσπορο ψωμί που το συνόδευε σκέφτηκα πως θα μπορούσε άνετα να εικονοποιεί την έκφραση «guilty pleasure», παρότι δεν αισθάνθηκα καμία ενοχή απολαμβάνοντας το. Η έκπληξη για μένα ήταν τα εξαιρετικά ψητά χτένια (Δανίας) αλά πολίτα. Όπως έχω γράψει δεκάδες φορές αρνούμαι να φάω χτένια, αν ο σεφ δεν μπορεί να εξασφαλίσει την άριστη ποιότητα και να αποδώσει την πρώτη του ύλη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και εδώ οφείλω να αποδώσω κι εγώ τα εύσημα μου στον Δημήτρη Μπούτσαλη, που μετέτρεψε τις αγκινάρες σε ένα φίνο πουρέ με αρωματικές «μνήμες» του αλά πολίτα και συνόδευσε τα χτένια με αυγοτάραχο που ανέβασε τους γευστικούς τόνους κι έγινε «γέφυρα» ανάμεσα στο αυγολέμονο και τον αρωματικό πουρέ.

Το σπιτικό (χειροποίητο) τορτέλι «καρμπονάρα» με κρόκο αυγού κονφί, γκουαντσάλε, προσούτο και αφρό παρμεζάνας, πολύ πιο ήπιο ως συνέχεια δεν κατάφερε να διεκδικήσει δάφνες υπεροχής, παρότι ήταν όντως μια έξυπνη και καλοφτιαγμένη εκδοχή της καρμπονάρα. Η ελληνική σφυρίδα ατμού, γκλάσο με λεμόνι και παντζάρι και κρέμα κακαβιάς (τον πουρέ από τα λαχανικά της), τηγανητό στρείδι και κονσομέ λέμονγκρας ήταν ένα άρτιο πιάτο, με καλές τεχνικές και ξεκάθαρες γεύσεις. Τέλος το καρέ αρνιού με μελιτζάνα που παρέπεμπε σε «παπουτσάκι», με καπνιστό γιαούρτι, picks μαύρου σκόρδου, λάδι λεβάντας μαζί με τον γευστικό σπιτικό πελτέ τομάτας, ήταν για μένα μια ραφιναρισμένη εκδοχή όλων εκείνων των πληθωρικών καλοκαιρινών κυριακάτικών φαγητών μας - θύμιζε έντονα αρνάκι ραγού με μελιτζάνες – και θεωρώ πως είναι ένα πιάτο που μπορεί να αγαπηθεί πολύ.

Καθώς ξανασκέφτομαι το δείπνο μας, με απόσταση μερικών ημερών, μπορώ να πω, με βεβαιότητα πια, πως ο σεφ έχει κάνει ένα τεράστιο γευστικό άλμα, πως έχει ανεβάσει τον προσωπικό του πήχη ψηλότερα ή όπως θα έλεγαν διάφοροι συνάδελφοί μου, πως «βρήκε τα πατήματά του». Εκτίμησα ιδιαίτερα τις ραφιναρισμένες αναφορές του στα «οικεία» μιας ελληνικής κουζίνας που οφείλει να απευθύνεται αδιακρίτως σε ημεδαπούς κι αλλοδαπούς.

Το φινάλε του δείπνου που μας επιφύλαξε η pastry chef, Νάντια Μακρυγιάννη ήταν εξ ίσου γοητευτικό. Το mille feuille βανίλιας καραμέλας με τα τραγανά καραμελωμένα φύλλα του ήταν πολύ καλοφτιαγμένο, αλλά το τέλειο για μένα ήταν το «tiramisù» με ελληνικό μέλι και μπισκότο καφέ, που ενώ ξέφευγε κατά πολύ από την αυθεντική συνταγή είχε κάτι να καταθέσει. Άξια λόγου βρήκα επίσης και τα φίνα και ελληνοπρεπή mignardises της. Σημειώστε το όνομα της σεφ γιατί σίγουρα θα το ακούσουμε πολλές φορές στο μέλλον.

Η Κλίμακα της Βαθμολογίας
0 - 4
Κακό
4.5 - 5
Μέτριο
5.5
Αποδεκτό
6 - 6.5
Καλό
7 - 7.5
Πολύ Καλό
8 - 8.5
Εξαιρετικό
9 - 10
Άριστο
*«βελάκι-σύμβολο»: το βελάκι προς τα πάνω, δεξιά από τον βαθμό, αν εμφανίζεται, συμβολίζει εστιατόριο που είναι κοντά στο να ανέβει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

MOET