Ακόμα εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι

29 Αυγούστου 2012

Και σαν έκανε να μπει η άνοιξη, να σου και οι «απειλές» για τα άδεια νησιά, να και τα άγχη των επιχειρηματιών για το μέλλον της σεζόν, να και οι εντυπώσεις πως κανένας δεν θα έφευγε απ’ την πόλη. Τελικά, έγινε κάτι από αυτά; Και αν ναι, πού;

Ανάλυση της τουριστικής κίνησης της Ελλάδας για το φετινό καλοκαίρι, ούτε μπορώ, ούτε θέλω και να κάνω. Ταξίδεψα όμως. Ταξίδεψα παντού, πολύ και σε μέρη για όλα τα γούστα.

Ο Ιούνιος με βρήκε στη Μύκονο. Την πανάκριβη για τα δεδομένα της εποχής Μύκονο που παρά τις καμιά εξηνταριά νέες αφίξεις στις επιχειρήσεις της, που παρά τα grand openings και την ανέκαθεν φανταχτερή της φήμη, συνέχισε να ζητά €15 για τα cocktails, €40 για ένα αξιοπρεπές γεύμα ή δείπνο (το άτομο) και που φυσικά (τον Ιούνιο) είδε κόσμο μόνο του Αγίου Πνεύματος. Αντίθετα, «είδε» τα φρεσκοβαμμένα της σοκάκια σχεδόν άδεια, και το party να συντηρείται στην πλειοψηφία του από τους εργαζόμενους στο νησί. (Σημειώνω φυσικά αφενός πως ήταν Ιούνιος και αφετέρου πως ήταν ένας από τους δυσκολότερους μήνες για όλη την Ελλάδα).
Στα τέλη του ίδιου μήνα, βρέθηκα στη Σαντορίνη. Την ομορφότερη Καλντέρα του κόσμου, τότε έβλεπαν κυρίως ξένοι τουρίστες. Οι αφίξεις των επιχειρήσεων ήταν αισθητά μειωμένες, ωστόσο το ίδιο συνέβη και με τις τιμές σε εστίαση, διασκέδαση, ακόμη και διαμονή. Κι απ’ την άλλη, ήταν και τα κίνητρα που δόθηκαν στον κόσμο για να την επιλέξει για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Ήταν η πρώτη διεθνής  Biennale του νησιού στον Πύργο που «τρέχει» ακόμα, ήταν η πολυδιαφημισμένη συνεργασία του συνεταιρισμού Santo Wines με τον Tsantali που έστρεψε και το ενδιαφέρον του οινικού κοινού επιπλέον στο νησί, ήταν τέλος πάντων αυτό το Branding που η Καλντέρα μας αποδεικνύει πως ξέρει πολύ καλά να κάνει.

Σειρά είχε η Κεφαλονιά, στην οποία βρέθηκα Ιούλιο. Το Αργοστόλι τα βράδια δεν ήταν «ευτυχισμένο». Κάθε άλλο. Τα μαγαζιά ήταν αισθητά άδεια, οι επιχειρηματίες αισθητά ανήσυχοι, η σεζόν σίγουρα όχι όσο άλλες χρονιές, όχι όσο θα περίμενε κανείς από ένα οικονομικά προσιτό νησί (με πανάκριβα όμως ακτοπλοϊκά), από έναν οικογενειακό προορισμό, από ένα καταπράσινο σημείο με υπέροχα νερά.

Τέλος Ιουλίου σειρά είχε η Χαλκιδική και ο… καλός χαμός! Πιτσιρικάδες και μεγαλύτεροι, οικογένειες και ζευγάρια… κάπου είδα το σκηνικό να αλλάζει. Τεράστια clubs γεμάτα κάθε βράδυ στην Καλλιθέα, αχανή beach bars «σείονταν» στους ρυθμούς των parties, των Dj’s και των πιο επίκαιρων hits, τα εστιατόρια και οι ταβέρνες δεν προλάβαιναν να (ξανά)γεμίζουν τα τραπέζια τους. Το «στίγμα» ότι θα επικρατήσουν προορισμοί που προσεγγίζονται οδικώς είχε δοθεί. Καθώς επίσης και η επιβεβαίωση για άλλη μια χρονιά πως ο Σαλονικιός τα αγαπά τα γειτονικά του «πόδια», ακόμα κι αν σαν υποδομή προσφέρουν αισθητά λιγότερα κυρίως σε ποιότητα απ’ ότι η συμπρωτεύουσα.

Αύγουστος και πάλι πίσω στις Κυκλάδες. Τρεις μέρες στην ήρεμη, μα καθόλου ήσυχη Άνδρο ακολούθησαν όχι μόνο για εμένα αλλά και για χιλιάδες (χωρίς υπερβολή) επιπλέον τουρίστες που επέλεξαν το όμορφο Κυκλαδονήσι για διάφορους και διαφορετικούς ο καθένας λόγους: Θες γιατί είναι κοντά; Θες γιατί έχει τα φτηνότερα ακτοπολοϊκά; Θες γιατί με δύο πολύ μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου δόθηκε επιπλέον κίνητρο στους θαυμαστές τους και όχι μόνο να πάρουν το καράβι ως εδώ για να παρακολουθήσουν τη συναυλία τους; Θες γιατί είναι ένα κουκλίστικο νησί στο οποίο και θα φας, και θα πιεις και θα κοιμηθείς και θα κάνεις και το μπάνιο σου σε μέρη και στέκια όχι απαραίτητα άψογα αλλά πάντα προσεγμένα και με κόσμο που έχει έρθει αποφασισμένος για να περάσει καλά αλλά με μέτρο; Όπως και να’ χει η Άνδρος τα πήγε καλά. Κάτι το οποίο συνέβη και στην Ίο στην οποία όσο κι αν «προσπαθείς» να μείνεις για λίγες μέρες πάντα θα αλλάζεις ξανά και ξανά το εισιτήριο της επιστροφής. Ο «κακός χαμός» του φτηνού τουρίστα ήταν αισθητά μικρότερος, οι «καλές» αφίξεις όλο και πιο τακτικές, η ποιότητα των υπηρεσιών όλο και πιο ανοδική, και μπορεί ο πανικός των περασμένων ετών να μην επικράτησε (ούτε κατά διάνοια) δεν αισθανόσουν όμως πουθενά πως κόσμος δεν υπάρχει. Είδαμε όσους έπρεπε, ή όσους τέλος πάντων πάντα θα θέλαμε ως τουρίστες να δούμε: Τόσους, όσους χώραγαν πραγματικά στα bars, τόσους όσους μας επέτρεπαν να βρούμε τραπέζι για δείπνο σε μια λογική ώρα, τόσους όσους μας άφηναν να βρούμε ξαπλώστρα πάντα στην παραλία.

Για το τέλος, άφησα την Πάρο που ήταν λες και είχες βρεθεί στη Μύκονο του «τότε», στα καλά της. Στρίμωγμα για να περάσεις απ’ τα στενά της Νάουσας, απαραίτητο να «ξέρεις κάποιον» για να πιεις το ποτό σου… ακόμα πιο απαραίτητο να έχεις ακόμα και τύχη για να καθίσεις για φαγητό. Κι αυτό το shopping, το ατέλειωτο shopping, σίγουρα πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής, και ακόμα πιο πρωτοφανές για Έλληνες τουρίστες οι οποίοι σε αναλογία κυρίως με τους Γάλλους «κοντράρονταν» στα τέλη Αυγούστου στην Πάρο στο 60%-40%.

Απολογισμός του καλοκαιριού δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως αυτό το «Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα». Υπάρχει αυτή η μοναδική ομορφιά της χώρας μας που δε μπορεί, κάτι θα κάνεις για να ξεκλέψεις χρόνο και από κάτι θα «κόψεις» για να βρεθείς κάπου. Κάπου όμως, που πλέον πραγματικά θα θέλεις να πας, κάπου όπου θα δεν βγεις γιατί «πρέπει», που δεν θα φας στο ακριβότερο για να σε δουν, που θα κάνεις ό, τι θέλεις, όταν θέλεις, άμα θέλεις. «Ελληνικό καλοκαίρι χωρίς καταπιέσεις». Αυτό εξέλαβα και αυτό σας μεταφέρω. Ζήσαμε ένα καλοκαίρι οπουδήποτε πιστεύαμε πως θα περάσουμε πραγματικά καλά, επιλέξαμε «safe» από κάθε άποψη προορισμούς, αποφύγαμε τις υπερβολές, και περάσαμε όσο καλά, όσο έφτανε το χέρι μας. Κάποιοι ίσως και λίγο καλύτερα γιατί είχαμε και ανεβασμένη διάθεση!

Καλό… υπόλοιπο! Ο Χειμώνας είναι ακόμα πολύ μακριά…

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση