Παναγιώτης Σωπιάδης: Ο ερχομός της Four Seasons στην Αθήνα αποτελεί ιστορικό γεγονός για τον ελληνικό τουρισμό

09 Ιουνίου 2020
O Hotel Manager του εμβληματικού Four Seasons Athens, Παναγιώτης Σωπιάδης, αφηγείται στον Τάσο Μητσελή την επαγγελματική του διαδρομή σε μια βιωματική συνέντευξη, καρφιτσώνοντας σημαιάκια στους σημαντικότερους σταθμούς της εντυπωσιακής καριέρας του: από εκείνη τη πρώτη δουλειά για χαρτζιλίκι στο Ολύμπιον της Θεσσαλονίκης μέχρι το Bill & Coo, αλλά και τη πιο πρόσφατη συνεργασία του με την μυθική εταιρεία Four Seasons, στον Αστέρα Βουλιαγμένης.
  • Παναγιώτης Σωπιάδης: Ο ερχομός της Four Seasons στην Αθήνα αποτελεί ιστορικό γεγονός για τον ελληνικό τουρισμό | Θέματα

Όταν συναντηθήκαμε με τον Παναγιώτη Σωπιάδη σε ένα από τα ομορφότερα bungalows του αθηναϊκού Four Seasons που αφίχθη πέρυσι στη πρωτεύουσα, για να κάνουμε αυτή την ενδοσκοπική κουβέντα με αφορμή κυρίως την καλοκαιρινή πρεμιέρα του συναρπαστικού θέρετρου στις 12 Ιουνίου και στην μετά Covid-19 εποχή, ο καιρός ήταν ακόμη γκρίζος. Ούτε όμως η δυνατή βροχή που ξέσπασε μια ώρα αργότερα και μας σήκωσε από τη βεράντα, δεν στάθηκε ικανή να διαβρώσει αυτή τη σχεδόν αψεγάδιαστη ομορφιά του τοπίου. Αν και έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια τη πορεία του στον ξενοδοχειακό κλάδο και το success story που έχει γράψει στη δουλειά του, πολλά από όσα εξομολογήθηκε για πρώτη φορά στο FNL, με έκαναν να πιστέψω ότι όσα πέτυχε μέχρι σήμερα ο Παναγιώτης Σωπιάδης, τα πέτυχε γιατί τα θέλησε πρωτίστως με τη καρδιά του.

Τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Σε μια οικογένεια που θεωρούσε ότι είχε την πορεία μου προδιαγεγραμμένη. Ο παππούς μου ως αξιωματικός της Αστυνομίας δούλευε στο Τατόι, στη πορεία ο πατέρας μου έχτισε την επαγγελματική του καριέρα στον ίδιο κλάδο και θεωρούσαν ότι είναι σχεδόν αυτονόητο πως θα ακολουθήσω κι εγώ αυτά τα χνάρια. Από πολύ νωρίς βέβαια κατάλαβα ότι δεν με ενδιαφέρει να συνεχίσω αυτή την οικογενειακή επαγγελματική παράδοση, παρότι οφείλω να ομολογήσω πως όταν το 2004 ο πατέρας μου ασχολήθηκε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έκανα κάποιες δεύτερες σκέψεις, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να «ενδώσω» σε αυτή τη δουλειά. Η μητέρα μου, ως ένας άνθρωπος των επιχειρήσεων ήταν πάντα πιο διαλλακτική, ωστόσο έχοντας υποστεί μια σχετική πλύση εγκεφάλου στο σπίτι, δίνω πανελλήνιες με δέσμες και δηλώνω στο μηχανογραφικό μόνο την σχολή των Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας για να τους κάνω το κέφι, αλλά μετά έδινα λευκές κόλλες για να μη περάσω, όπως και τελικά έγινε. Εκείνο το καλοκαίρι φεύγω με φίλους για διακοπές στη Χαλκιδική για να αποφύγω αυτή τη καθημερινή τριβή στο σπίτι και το Σεπτέμβριο πηγαίνω να γραφτώ σε μια ιδιωτική σχολή για να πάρω απαλλαγή από τον στρατό. Εκεί λοιπόν, τελευταία στιγμή, επιλέγω σχεδόν τυχαία τη σχολή Ξενοδοχειακών. Έχοντας την ευτυχία να μεγαλώσω σε μια οικογένεια, όπου ταξιδεύαμε πολύ συχνά και μέναμε σε ωραία ξενοδοχεία, σκέφτομαι εκ των υστέρων ότι σε αυτή την απόφαση λειτούργησαν δυο παράγοντες: η οικειότητα που είχα με τα ταξίδια και το ένστικτο. Πρόσφατα σε ένα οικογενειακό τραπέζι, μου θύμισε μια ξαδέρφη μου ότι όταν μαζευόμασταν όλοι μαζί, δίνανε οι μεγαλύτεροι σε εμάς τα πιτσιρίκια μπογιές και χαρτιά για να περνάμε την ώρα μας δημιουργικά. Όλοι ζωγράφιζαν σπίτι, ζώα, ανθρώπους κι εγώ ξενοδοχεία! Η ξαδέρφη μου έχει δικές μου ζωγραφιές με μεγάλα κτίρια, πισίνες, μπάνγκαλοους, γήπεδα τέννις, διαδρομές. Έφτιαχνα εικόνες που μου ερχόταν αβίαστα στο μυαλό, μάλλον γιατί πάντα είχα πολύ καλή σχέση με αυτό που λέμε διακοπές. Τις λάτρευα, ήταν οι αναπνοές μου. Πολλά χρόνια αργότερα κατάλαβα ότι ο κύριος λόγος που μου προκαλούσαν τόση χαρά ήταν γιατί ήταν ο κοινός χρόνος που είχα με την οικογένεια μου. Μπορούσα να ρουφήξω κάθε μας στιγμή χωρίς να τρέχουν σε υποχρεώσεις. Δεν διέκοπτε τίποτα αυτή την ευτυχία και εν είδη ψυχανάλυσης παραδέχομαι ότι τελικά από τις διακοπές αποζητούσα τη προσοχή των γονιών μου γιατί ήταν και οι δυο εξαιρετικά δραστήριοι και πολυάσχολοι άνθρωποι. Λίγο αργότερα πιάνω δουλειά σε ένα μπαρ στη Θεσσαλονίκη, στο Ολύμπιον, ως βοηθός σερβιτόρου ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησα να πηγαίνω και στη σχολή για να μη κοπώ και πάει περίπατο η αναβολή. Εκεί συνειδητοποίησα ότι αυτό που συμβαίνει στο παρασκήνιο των ξενοδοχείων μου αρέσει και κάπως έτσι αποφασίζω να ψάξω ό, τι καλύτερο υπήρχε τότε.

πάντα είχα πολύ καλή σχέση με αυτό που λέμε διακοπές, τις λάτρευα, ήταν οι αναπνοές μου

Από το Ελβετικό Club στο Villa Vedema και στα Thanos Hotels

Στέλνω το βιογραφικό μου στο Ελβετικό Club στη Λήμνο χωρίς ωστόσο να λάβω κάποια απάντηση κι έτσι πήρα το αεροπλάνο από τη Θεσσαλονίκη και ταξίδεψα στο νησί. Πήγαινα κάθε μέρα στο ξενοδοχείο και κάποια στιγμή παρότι δεν είχαν κενή θέση τους είπα: «Επειδή δεν έχω λεφτά να μείνω στη Λήμνο όλο το καλοκαίρι, θα είμαι εδώ για μια εβδομάδα. Αν πιστεύετε ότι μπορώ να φανώ κάπου χρήσιμος με ειδοποιείτε...και τελικά μετά από τρεις μέρες με προσέλαβαν. Δύσκολο καλοκαίρι γιατί κολύμπησα κατευθείαν στα βαθιά. Έτρεμα μη κάνω λάθη κι εκτεθώ αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα πρωί αυτό που μου είπε ο οικονομικός διευθυντής όταν με είδε σχεδόν χλωμό από την αγωνία μήπως έγινε κάποια στραβή: «Όποιος δεν δουλεύει δεν κάνει λάθη. Μπες στο χορό και θα χορέψουμε μαζί.» Την επόμενη χρονιά δούλεψα αρχικά σε ένα ξενοδοχείο που θα χαρακτήριζα «δράμα του ελληνικού τουρισμού». Δεν έχει σημασία να σας πω πως λέγεται, σημασία έχει ότι έφυγα μετά από ένα μήνα για να βρεθώ στη Σαντορίνη και στο περίφημο Vedema. Τότε λεγόταν Villa Vedema. Δεν υπήρχαν ακόμα το Mystique και τα υπόλοιπα ξενοδοχεία που έχει φτιάξει πλέον ο κύριος Ηλιόπουλος και η κυρία Κωνσταντινίδου. Η εμπειρία για μένα ήταν πρωτόγνωρη. Υποδεχόμασταν όλη την αφρόκρεμα της παγκόσμιας showbiz, θυμάμαι μεταξύ άλλων την Donna Karan, την Angelina Jolie και πόσους άλλους...και μιλάμε για ένα ξενοδοχείο στο Μεγαλοχώρι, γύρω γύρω από αμπέλια σε ένα μικρό χωριό της Σαντορίνης. Ούτε Καλντέρα έβλεπες, ούτε Ηφαίστειο, ούτε το διάσημο ηλιοβασίλεμα, ούτε τίποτα. Παρόλα αυτά οι υπηρεσίες που πρόσφερε ήταν πολύ υψηλού επιπέδου. Θυμάμαι ένα πρωί να έχω βάρδια και να σηκώνω το τηλέφωνο όπου ακούω μια φωνή να μου λέει: «Η κράτηση μας ξεκινάει από αύριο αλλά αυτή τη στιγμή πετάμε από πάνω σας με private jet, μπορούμε να προσγειωθούμε;» Και πιστέψετε με, τότε δεν ήταν καθόλου εύκολο να συμβεί κάτι τέτοιο από τη μια στιγμή στην άλλη. Το Vedema μου δίδαξε πως οτιδήποτε κι αν έχω στο μυαλό μου μπορεί όντως να συμβεί. Τελειώνοντας τη στρατιωτική μου θητεία στη Κύπρο, δουλεύω στα Thanos Hotel, στο Annabelle κυρίως αλλά βοηθούσαμε και στο Anassa. Αλλά μεγάλα σχολεία αυτά. Τότε ο διεθνής τύπος είχε γράψει για το Anassa ότι ήταν το απόλυτο διαμάντι της μεσογείου. Θυμάμαι τα φοβερά πάρτυ του Elton John, τη Βασιλική Οικογένεια της Αγγλίας και όλους εκείνους που έρχονταν κυριολεκτικά για να κλειστούν στη μέση του πουθενά και να απολαύσουν ένα οικοδόμημα μοναδικής αρχιτεκτονικής και αισθητικής.

America, America!

Καθώς περνούσε ο καιρός μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο η δίψα μου για αυτή τη δουλειά,  οπότε κάποια στιγμή αποφασίζω να πάω στην Αγγλία για να κάνω ένα μεταπτυχιακό κι εκεί συμμετέχοντας σε ένα career day της Leading Hotel of The World φεύγω για Αμερική όπου το απόλυτο highlight ήταν το The Hay-Adams, ένα συγκλονιστικό ξενοδοχείο απέναντι από τον Λευκό Οίκο, όπου εκτός από το ότι το εξήντα με εβδομήντα τοις εκατό των πελατών του είναι φιλοξενούμενοι του Λευκού Οίκου, υποδέχεται προέδρους κρατών, βασιλικές οικογένειες και πολύ μεγάλες προσωπικότητες από όλο τον κόσμο. Υπήρχε μια παράδοση τότε στο The Hay-Adams να σε υποδέχονται όταν φτάνεις άνθρωποι που μιλάνε τη γλώσσα σου. Έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω σε βάθος και πίσω από τα φώτα όπως λέμε, μυθικές περσόνες που αυτή τη στιγμή κρατάνε στο εξωτερικό τη σημαία της Ελλάδας ψηλά. Εκεί δημιουργήθηκαν ουσιαστικές σχέσεις κι ορισμένες από αυτές υπάρχουν μάλιστα μέχρι σήμερα. Να, ας πούμε αυτή την εμπειρία δεν μπορεί να στη προσφέρει καμία τουριστική σχολή στο κόσμο. Ο επόμενος σταθμός ήταν σε Ασία, Ν. Κορέα & Ιαπωνία. Αν και λατρεύω τις παραδόσεις και τη κουλτούρα αυτών των χωρών, τα δικά μου πιστεύω και μια πιο ευρωπαϊκή δομή σκέψης που είχα αναπτύξει μέχρι τότε έρχονταν σε σύγκρουση με τον τρόπο που δούλευαν οι Ασιάτες. Ερχόμενος λοιπόν στην Ελλάδα βοηθάω την οικογένεια Μισιριάν να φτιάξει το Imaret και κάπου εκεί γεννήθηκε το The Met στη Θεσσαλονίκη. Μια τεράστια επένδυση των εκατό εκατομμυρίων ευρώ που χρηματοδοτούσε ο όμιλος Χανδρή. Αγαπώ αυτό το ξενοδοχείο που το όραμα του ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της Θεσσαλονίκης. Η αρχιτεκτονική του Τάσου Ζέππου είναι μνημειώδης, τα έργα τέχνης που υπάρχουν στο The Met θαυμάσια, γενικότερα η αισθητική του ξεχωρίζει. Το έζησα για τρία υπέροχα χρόνια και αργότερα που κατέβηκα στην Αθήνα είχα την τύχη να συνεχίσω να συνεργάζομαι μαζί από άλλες θέσεις στην εταιρεία. Βρισκόμαστε πλέον στη καρδιά της κρίσης. Στο μυαλό μου είχα την Αθήνα του 2004 και των Ολυμπιακών Αγώνων και συνάντησα μια πολύ κλειστή πόλη εγκαταλελειμμένη στη τύχη της, όπου δεν υπήρχε καμία διάθεση ούτε για αλλαγή, ούτε για ζωή, ούτε έστω για μια απόπειρα επανεκκίνησης. Ήταν μια πόλη που βυθιζόταν στην εσωστρέφεια της. Αποφάσισα ότι δε θέλω να ζήσω και να εργαστώ σε ένα τόσο γκρίζο σκηνικό. Είχα μπλοκάρει εντελώς κι ακριβώς τότε γνωρίζω έναν άνθρωπο, τον οποίο θεωρώ κάτι περισσότερο από πολύτιμο φίλο και μέλος της οικογένειας μου, τον ιδιοκτήτη του Bill & Coo, τον Θεοδόση Κακούτη.

H άνοιξη του Bill & Coo

Όταν έφτασα στη Μύκονο το ξενοδοχείο τότε είχε είκοσι οχτώ άτομα στο δυναμικό του. Ήταν χτισμένο στις παρυφές της Χώρας και είχε ήδη ένα πολύ δυνατό και δημοφιλές εστιατόριο με τον Αθηναγόρα Κωστάκο. Όταν ζήτησα από τον Θεοδόση να μου δώσει μια κατεύθυνση για το που να κινηθώ μου απάντησε: «Θέλω να φτιάξουμε το καλύτερο ξενοδοχείο σε εμπειρίες, σε παροχές και σε έσοδα.» Η διαδρομή στο Bill & Coo είχε πολλές δύσκολες ανηφόρες. Στα τέσσερα και κάτι χρόνια που δούλεψα εκεί χρειάστηκε να παρθούν πολλές γενναίες αποφάσεις. Δημιουργήθηκαν καινούργιες συνεργασίες και υπήρξαν συγκρούσεις αλλά το αποτέλεσμα νομίζω δικαιώνει όλους όσους δουλέψαμε σε αυτό, για αυτό.  Πιστεύω πως έχω μάθει να διαχωρίζω την εργασία από την προσωπική ζωή. Δηλαδή αν χρειαστεί να έρθουμε σε αντιπαράθεση, θα γίνει, χωρίς να χαλάσουμε τις φιλικές μας σχέσεις. Αυτό το έμαθα the hard way στο παρελθόν και στη Μύκονο είχε ήρθε η ώρα να το εφαρμόσω. Αυτό που ισχύει στην Ελλάδα, ότι «όταν κάνουμε καλή παρέα, κάνουμε και δουλειές μαζί» στο εξωτερικό δεν υφίσταται. Πόσες συνεργασίες γύρω μας ξεκινάνε και τελειώνουν άδοξα… Πάντα, λοιπόν, σε συνεννόηση με τον Θεοδόση, έγιναν πολλές αλλαγές. Και τα καταφέραμε. Πολλαπλασιάσαμε το προσωπικό, ανοίξαμε το spa, φτιάξαμε μια προηγμένη και ευέλικτη δομή όπου διευκόλυνε κι εμάς και τους πελάτες, ταξιδέψαμε στο εξωτερικό για να πουλήσουμε το νέο προϊόν που είχε όμως ψυχή. Την ψυχή όλων μας. Αυτό που κάναμε προτού γίνει τάση στη δουλειά μας είναι να διοργανώνουμε κλειστά δείπνα σε διάφορα σημεία του πλανήτη όπου καλούσαμε σημαντικά μέλη της υψηλής τοπικής κοινωνίας, λίγους αλλά σπουδαίους δημοσιογράφους και τη μάστιγα της τότε εποχής, κάποιους δυνατούς influencers δηλαδή, και μέσω αυτών των ανθρώπων δημιουργήσαμε τα κανάλια μέσα από τα οποία θα επικοινωνούσαμε τη φιλοσοφία μας, κάνοντας ένα ξενοδοχείο που βρίσκεται στην Ελλάδα γνωστό σε όλη την υφήλιο.

μπορεί να είσαι στην Μύκονο, στο νησί που συμβαίνουν τα πάντα και κανείς να μη ξέρει ότι είσαι εκεί

Φτάσαμε στο σημείο να έχουμε ζήτηση για το εστιατόριο από παντού. Ακόμη και τώρα ο άνθρωπος που ηγείται της κουζίνας στα ξενοδοχεία Bill & Coo, ο Ντίνος Φωτεινάκης κάνει εκπληκτική δουλειά και συνεχίζει να πρεσβεύει το ξενοδοχείο και την Ελληνική κουζίνα στο εξωτερικό. Φιλοξενεί στα δωμάτια του σύγχρονους μύθους, αλλά ποτέ δεν έχει γραφτεί τίποτα. Αν η Αθήνα ήξερε ποιος μένει στο Bill & Coo το καλοκαίρι που κλείσαν οι τράπεζες... Το μοτίβο ήταν και παραμένει το εξής: μπορεί να είσαι στην Μύκονο, στο νησί που συμβαίνουν τα πάντα και κανείς να μη ξέρει ότι είσαι εκεί. Δεν είναι καθόλου εύκολο να διαφυλάξεις την απόλυτη ιδιωτικότητα του πελάτη. Δεν σηκώναμε όμως κουβέντα για αυτό. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε και η ανάγκη για το Bill & Coo Coast, ένα εκπληκτικό και απολύτως exclusive hotel όπου μέχρι και σήμερα ελάχιστα ξενοδοχεία μπορούν να το συναγωνιστούν. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην Ελλάδα. Εκεί λοιπόν έγινε και η γνωριμία με την εταιρεία για την οποία εργάζομαι τώρα.


Καλησπέρα, Four Seasons!

Ερχόταν μια παρέα ανθρώπων κάθε καλοκαίρι. Πραγματικά δεν ήξερα ούτε ποιοι είναι, ούτε τι επαγγέλλονται παρότι είχαμε καθημερινή επαφή. Ήμουν πάντα στη διάθεση τους αλλά μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Τη τρίτη χρόνια που τους υποδεχτήκαμε, λίγο πριν την αναχώρηση ο ένας από αυτούς με ρώτησε μεταξύ σοβαρού και αστείου αν σκοπεύω να μείνω για πάντα στη Μύκονο και πριν προλάβω να αντιδράσω μου έδωσε τη κάρτα του, λέγοντας μου ότι αν αποφασίσω να αλλάξω ποτέ ξενοδοχείο, να επικοινωνήσω οπωσδήποτε μαζί του. Όταν την επόμενη φορά που μας επισκέφτηκε, σε μια χαλαρή κουβέντα που κάναμε πάλι, αναρωτήθηκε γιατί δε χρησιμοποίησα μέχρι τότε ποτέ τη κάρτα του, αποφάσισα μετά από λίγες μέρες να στείλω ένα πολύ διακριτικό email το οποίο ουσιαστικά δεν δήλωνε κάποια πρόθεση μου. Μετά από δυο περίπου εβδομάδες δέχομαι ένα τηλεφώνημα όπου από την Heather Jacobs, την τότε αντιπρόεδρο HR της Four Seasons και κάπως έτσι, έπειτα από αρκετά interviews και διεργασίες ξεκίνησα αυτό το μαγικό ταξίδι ως Hotel Manager στο νέο ξενοδοχείο που θα άνοιγε στην Αθήνα, σε μια εταιρεία που δεν φαντάστηκα ότι θα δουλέψω ούτε στα πιο ακραία μου όνειρα. Όπως είπα και στο Isadore Sharp, στο ιδρυτή μας, σε ένα από τα ωραιότερα δείπνα που είχα στη ζωή μου, εδώ πιο κάτω στη ταβέρνα μας, δεν σκέφτηκα ποτέ να στείλω βιογραφικό στη Four Seasons, διότι πολύ απλά ήταν bigger than life για μένα όλο αυτό. Ο κύριος Sharp είναι ο άνθρωπος που γέννησε σε παγκόσμια κλίμακα τον τουρισμό πολυτελείας. Θεώρησε απαραίτητο να υπάρχουν amenities στα δωμάτια, να είναι σε εικοσιτετράωρη βάση ανοιχτό το room service και να υπάρχουν άνθρωποι που να σου κουβαλάνε ακόμη και το μικρότερο πράγμα που έχεις μαζί σου. Οι πισίνες να έχουν το σωστό βάθος για να χαλαρώσεις αλλά και να μπορείς να κολυμπήσεις… Οτιδήποτε δηλαδή κάνει τη διαμονή πιο άνετη, πιο εύκολη και πιο αβίαστα πολυτελή γεννήθηκε στη Four Seasons. Αυτός ο μύθος συντηρείται μέχρι σήμερα στον απόλυτο βαθμό.

Ο κύριος Sharp είναι ο άνθρωπος που γέννησε σε παγκόσμια κλίμακα τον τουρισμό πολυτελείας

Όταν ξέσπασε η υγειονομική κρίση του Covid 19, η Four Seasons πήγε στο John Hopkins Medicine, ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά και νοσοκομειακά ιδρύματα στο κόσμο και τους είπε με άλλα λόγια: «Κύριοι πάρτε τα ερευνητικά δεδομένα τα οποία εσείς καταλαβαίνετε, πάρτε και το δικό μας operation manual γιατί εμείς έτσι λειτουργούμε και πείτε μας τι πρέπει να αλλάξουμε μη υπολογίζοντας το δικό μας κόστος για να προσφέρουμε την ασφαλέστερη διαμονή στο πελάτη χωρίς να υποβαθμιστεί η high end εμπειρία.» Αυτή τη στιγμή μόνο η Four Seasons έχει ένα tailor made manual από ένα κορυφαίο ίδρυμα υγείας και με αυτό το πρωτόκολλο έχει διαμορφώσει τις υπηρεσίες της κατ’ αυτό τον τρόπο ούτως ώστε να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο. Πως να μη νιώθω περήφανος που δουλεύω σε μια εταιρία που βάζει πάνω από όλα τον άνθρωπο; Όσο για τον κορονοϊό είναι δυστυχώς ακόμη ένα υπαρκτό πρόβλημα και μέχρι να τελειώσει, θα ζήσουμε με αυτό, μαθαίνοντας να λειτουργούμε κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Τα πρωτόκολλα είναι και θα είναι πολύ αυστηρά. Νιώθω ασφαλής που τα αντανακλαστικά της πολιτείας αποδείχτηκαν σωτήρια για την υποχώρηση της πανδημίας στην Ελλάδα και τους ευχαριστώ και προσωπικά. Θα πρέπει όλοι να παλέψουμε ώστε να αποφύγουμε ένα ακόμη lockdown. Οι συνέπειες θα είναι τεράστιες.

«Επιτέλους θα πάμε στην Ελλάδα, επιτέλους θα δούμε τον Παρθενώνα, επιτέλους θα μείνουμε στην Αθήνα».

H Four Seasons είναι η εταιρεία η οποία πάντα κινείται έχοντας πολύ υψηλά standards. Στο Καναδά υπάρχει ένα workshop με τη μορφή ενός ψεύτικου ξενοδοχείου με στημένα δωμάτια και εστιατόρια, όπου πριν αποφασιστεί κάτι, από το πιο απλό μέχρι και το πιο σύνθετο, δοκιμάζεται ξανά και ξανά πρώτα εκεί. Ο ερχομός της στην Αθήνα αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα ιστορικό γεγονός για τον τουρισμό και το να βλέπεις το Four Seasons Athens να βρίσκεται σε παγκόσμιους οδηγούς βαθμολογικά δίπλα από θρυλικά ξενοδοχεία, δεν το λες και λίγο. Η εταιρεία είχε δει εδώ και πολλά χρόνια αρκετές κτήρια και ξενοδοχεία στην Αττική, αλλά κανένα δεν ήταν αλλά ούτε και θα μπορέσει ποτέ να είναι Αστέρας. Όταν έπεσε λοιπόν στο τραπέζι αυτός ο γάμος, αυτή η αρχιτεκτονική, αυτά τα δέντρα, αυτές οι παραλίες, αυτό το μοναδικό οικοδόμημα γενικώς, δεν μπορούσε παρά να είναι ένα μεγάλο ναι. Όταν μια εταιρεία που ηγείται του ξενοδοχειακού κλάδου, έρχεται σε μια χερσόνησο η οποία ήταν ανέκαθεν σημείο αναφοράς στο τουρισμό της Ευρώπης, δεν μπορεί παρά το αποτέλεσμα να είναι συναρπαστικό.

μόνο η Four Seasons έχει ένα tailor made manual από ένα κορυφαίο ίδρυμα υγείας και με αυτό το πρωτόκολλο έχει διαμορφώσει τις υπηρεσίες της

Η AGC που είναι ο ιδιοκτήτης της τεράστιας αυτής επένδυσης έχει ένα μοναδικό όραμα. Το να πάρεις δηλαδή μια ολόκληρο χερσόνησο και να φτιάξεις το απόλυτο luxury village στην Ευρώπη. Αν με ρωτάτε ποια είναι η συμβολή του Four Seasons Athens στον εγχώριο τουρισμό, αρκεί να σας πω ότι μόλις ανακοινώθηκε το άνοιγμα των ξενοδοχείων, τα email που πήραμε με request για κρατήσεις ήταν χωρίς υπερβολή χιλιάδες με σχόλια του τύπου «επιτέλους θα πάμε στην Ελλάδα, επιτέλους θα δούμε τον Παρθενώνα, επιτέλους θα μείνουμε στην Αθήνα». Πράγμα το οποίο συνέβη! Θεωρώ ότι έχουμε διαμορφώσει μια άλλη εικόνα τόσο για τις επιλογές διαμονής στη χώρα όσο και στον εργασιακό χώρο. Θα το δείξει ο χρόνος.

Είμαστε το τέταρτο μεγαλύτερο Four Seasons στο κόσμο

Ερχόμενοι στην Ελλάδα και παίρνοντας έναν θρύλο με δυο ξενοδοχεία τα οποία ουσιαστικά για πρώτη φορά λειτουργούν σαν ένα, το στοίχημα που πιστεύω θα κερδίζεται χρόνο με το χρόνο είναι τρομακτικά δύσκολο και μεγάλο. Οι πόρτες μας είναι ανοιχτές στους πάντες. Και όταν λέω στους πάντες, το εννοώ. Καταλαβαίνω ότι σε αρκετό κόσμο το αντίτιμο θα φανεί αρκετά ακριβό. Αλλά θα μου επιτρέψετε να πω, ότι η σχέση ποιότητας και τιμής είναι διασφαλισμένη στον απόλυτο βαθμό. Για όποιον αποφασίσει να απολαύσει το καφέ του εδώ, πρέπει να συνυπολογίσει ότι θα διασχίσει τριακόσια στρέμματα περιποιημένων κήπων, ένα χιλιόμετρο πεντακάθαρης ακτογραμμής και ένα στρατό προσωπικού που θα φροντίσει τον επισκέπτη και μπορεί το μεγαλύτερο μέρος του να μην είναι ορατό, αλλά το κόστος για να συντηρηθεί όλο αυτό το δυναμικό είναι τεράστιο. Οπότε ένας καφές των πέντε ευρώ, δεν είναι ακριβώς...ακριβός, όταν έχουν προηγηθεί όλα αυτά. Η επένδυση είναι τεράστια και παρά τις καλύτερες των προθέσεων πρέπει να εγγυηθούμε και κάποια έσοδα. Ακράδαντα κι εγώ όπως και η υπόλοιπη ομάδα πιστεύουμε στο one step a time. Μπορεί πολλοί να περίμεναν από το αθηναϊκό Four Seasons εστιατόρια με βαριές μαγειρικές υπογραφές που έχουν στο πέτο καρφιτσωμένα αστέρια Michelin, αλλά δεν μπορείς να ξεκινήσεις με τέτοια άλματα στο καλημέρα σας. Θα γίνουν όλα στο μέλλον, ήμασταν έτοιμοι για μεγάλα πράγματα, αλλά μετά προέκυψε η πανδημία και τα πήγαμε λίγο πίσω. Θα γίνουν όλα, όμως με πιο αργούς ρυθμούς. Αποφασίσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τέσσερα διαφορετικά γευστικά concept και να δώσουμε επιλογές, ενώ παράλληλα θα αφουγκραστούμε την Αθήνα, τους επισκέπτες που έρχονται και σιγά σιγά και κάνουμε διορθωτικές πινελιές, όπως τις ετοιμάζουμε από φέτος και να δημιουργήσουμε το καλύτερο δυνατό προϊόν για όσους έρχονται μέχρι εδώ. Παρότι, τώρα, το Beefbar δεν είναι δραστηριότητα της Four Seasons, αλλά μια επένδυση του Αστέρα, με γεμίζει χαρά η έλευση του στη χερσόνησο του Αστέρα στις 15 Ιουλίου. Ως brand το γνώρισα στη Μύκονο. Ήταν το τελευταίο opening που κάναμε με τον Θεοδόση στο Bill & Coo Coast και το πρώτο αυτόνομο Beefbar που άνοιξε στην Ελλάδα. Πίσω από αυτό το δημοφιλές και super premium κρεατοφαγικό concept βρίσκεται ένα υπέροχος και αυτοδημιούργητος άνθρωπος που ζει στο Μονακό και γεννάει φοβερά εστιατορικά project, ο Ricardo Giraudi. Δημιουργείται ένα πανέμορφο χωριό εδώ. Με τη καινούργια μαρίνα, με τη παραλία του Αστέρα, με τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου και τα δικά μας εστιατόρια το Mercato, τη Taverna και το Helios, με το Matsuhisa και το Beefbar, με το residential project, με τις μπουτίκ και πόσα άλλα, η χερσόνησος του Αστέρα και το Four Seasons Athens έχουν υφάνει έναν ιστό από τόσες επιλογές για να απολαύσει οποίος επιθυμεί την ελληνική φιλοξενία στο έπακρο.

Flash back

Κοιτώντας πίσω διαπιστώνω ότι αν μου τα έλεγε κάποιος όλα αυτά όταν ήμουν 16-17 χρονών θα τον έβγαζα τρελό. Με πολύ δουλειά, θετική διάθεση και συγκέντρωση στο στόχο πάντα θα υπάρχουν αποτελέσματα. Τώρα αν το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς αυτό που έχεις στο μυαλό σου, ποιος ξέρει… Ίσως και αυτό να είναι για καλό.

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση