MINI CHIC

Ο Χάρος βρήκε τηγανιά

10 Σεπτεμβρίου 2015
Ένα ακόμη γαστρονομικό διήγημα από τον Αύγουστο Κορτώ, αφιερωμένο στον φίλο του Βασίλη Σωτηρόπουλο


«Παρ’ τον Αριδαίο και πες του, βαστάτε Τούρκοι τ’ άρματα – μ’ ένα σάντουιτς είμαι απ’ το πρωί. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που μου είπε στη ζωή του, φιλενάδα.»

  «Του Αριδαίου του ταβερνιάρη;»

«Του Λευτεράκου μου, μωρή, ποιανού Αριδαίου; Αυτός μια χαρά είναι, σαν να μην του πέθανε άνθρωπος εκεί μέσα, αλλά μύγα, που την τραβάς μία με την παντόφλα και τέλειωσε. Τέτοια απάθεια ο άτιμος – ούτε ένα πιάτο δεν ονόμασε προς τιμήν του συχωρεμένου του Λευτεράκου, ούτε καν την κότα μιλανέζα, που πια μόνο ο άντρας μου την έτρωγε αυτή την αηδία, θαρρείς και ήταν ακόμα στο ’60. Θα μπορούσε να το πει το πιάτο, ‘Η κότα του Λευτέρη’. Αλλά τίποτα, άχνα – μη σου πω του έφερε γούρι κιόλας, και κάνει χρυσές δουλειές ο κερατάς.»

  «Πώς πήγε έτσι ο άνθρωπος βρε Θετούλα μου, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη…»

  «Άσε, μη μου τα θυμίζεις. Έτσι ακριβώς είχαμε χάσει και τον πεθερό μου, πέντε μέρες μετά τον γάμο μας. Τη μία ήμουν ντυμένη νυφούλα και την άλλη μαυροφόρα μοιρολογίστρα, με το ρύζι ακόμα στο μαλλί. Πού να ’ξερα η καψερή ότι θα μου λάχαινε δεύτερη φορά η ίδια συμφορά. Και ήταν αρχοντάνθρωπος ο μακαρίτης ο πεθερός μου, κιμπάρης – Πολίτης, βλέπεις.»

  «Τι πολίτης;»

  «Πολίτης δεύτερης κατηγορίας μαρή, τι πολίτης; Απ’ την Πόλη ήταν ο άνθρωπος.»

  «Α. Η πεθερά σου, δε μου λες, ζει ακόμα;»

  «Αυτή η χαμχούγια; Καλέ αυτή θα μας θάψει όλους, στην κυριολεξία όμως – έχει θάψει άντρα, παιδιά, ανίψια, ξαδέρφια, παλιούς συμμαθητές, γειτόνους, περαστικούς δεκάξι πρωθυπουργούς, και όλους τους Κένεντι.»

  «Τι μου λες;»

  «Παιδί μου πλέον στο νεκροταφείο με το μικρό την ξέρουν, κατ’ ευθείαν της τον φέρνουν τον καφέ όπως τον πίνει.»

  «Βρε τη γριά… καλά, πόσο χρονών είναι;»

  «Ξέρω εγώ; Του ’19 νομίζω είναι – βαλ’ τα κάτω και λογάριασε.»

  «Παλιοσειρά με τον Μητσοτάκη, δηλαδή.»

  «Άμα δεν του ρίχνει κιόλας. Και δεν είναι που δεν πεθαίνει, είναι και τσιγκούνα η ψοφόγρια. Απαπά Παναγία μου μια τσιγκούνα! Ντάκο το κάνει το σκατό της.»

  «Ντάκο; Τι ντάκο;»

  «Με κάπαρη, μωρή, τι ντάκο; Σχήμα λόγου; Λες να τρώει τα σκατά της η γριά;»

  «Ξέρω γω; Είναι και μεγάλη γυναίκα…»

  «Τετρακόσια τα ’χει η συφιλιασμένη, μια χαρά είναι. Κι έχει λεφτά, μη νομίζεις – να κάτι χτήματα από δω, κάτι νοίκια από κει, κασέρι τα κάνει τα πενηντάρικα, θαρρείς και θα φοδράρει το κιβούρι της με δαύτα. Και τα παιδιά μου, τα εγγόνια της τα ίδια, από μωρά μισό φράγκο χαρτζιλίκι δεν έχουν δει.»

  «Ούτε στα γενέθλια; Ούτε όταν μπήκαν στο πανεπιστήμιο;»

  «Τί-πο-τα σου λέω. Δραχμή. Αυτή παιδί μου, άμα δώσει ο Θεός και τα κορδώσει, θα βάλει ρήτρα στη διαθήκη αντί στεφάνου να τα καταθέσουν στον λογαριασμό της.»

  «Για τον Λευτέρη μου έλεγες όμως. Τι είχε γίνει τελικά; Γιατί πήγε μόνος του στην ταβέρνα και δεν πρόλαβες να φτάσεις πρώτη;»

  «Άσε, είναι μεγάλη ιστορία. Δυο μέρες πριν, που λες, ο Λευτεράκος μου είχε πεταχτεί Κρήτη για ένα συμβόλαιο, κι ενώ είχε κατέβει με τ’ αεροπλάνο, στην επιστροφή δεν έβρισκε, έπεφτε Σάββατο τώρα, κι εγώ δεν θυμάμαι, και πήρε το βαπόρι. Κι επειδή ήταν όλο το πρωί στην τρεχάλα, δεν είχε προφτάσει να πάρει τίποτα να φάει, μόνο ένα απ’ αυτά τα βρομοσάντουιτς που έχουνε στα πλοία.»

  «Απ’ το σάντουιτς πέθανε;»

  «Όχι, μωρή, αφού είπαμε, στην ταβέρνα το είπε το ποίημα ο χριστιανός. Άμα πεθαίναν απ’ τα σάντουιτς τα βαπορίσια θα ’χε ερημώσει η Μύκονος και θα τρώγανε τους αστακούς οι πελεκάνοι.»

  «Και τι έγινε;»

  «Ήξερε που λες ότι θα έφτανε απογευματάκι, αλλά επειδή δε βαστούσε ως το βράδυ άφαγος, κι επειδή δεν ήξερε μην τυχόν ο Αριδαίος δεν έβαζε μπρος την κουζίνα από νωρίς – αυτός κυρίως βράδια δουλεύει, το πρωί κάθεται και ξύνεται – ήθελε να τον πάρω εγώ να τον ειδοποιήσω να ρίξει τίποτα στη σχάρα, πολύ πράμα δηλαδή, γιατί, ε, όσο να πεις, έριχνε ο συχωρεμένος, γελάδα τη γελάδα τα καθάριζε τα μπριζολίκια.»

  «Εμ, γι’ αυτό ήταν τέτοιος λεβεντάνθρωπος, ντούρος, με το μάγουλο τσίτα. Πόσω χρονώ ήταν, αλήθεια;»

  «Γενάρη τα ’χε κλείσει τα εξήντα πέντε.»

  «Τι λες βρε Μαίρη μου; Εγώ ζήτημα εξήντα τον έκανα.»

  «Τρελή είσαι παιδάκι μου; Οχτώ χρόνια διαφορά δεν είχαμε με το Λευτέρη; Ε, εγώ τον Νοέμβρη κλείνω τα πενήντα εφτά. Τι διάολο, μόνο εγώ γερνάω;»

  «Και είχε κι όλο το μαλλί του ο άνθρωπος, τζίβα μαύρη, όχι σαν εμένα που βάζω ένα κάρο μάσκες με αυγό και ζέχνει το κεφάλι μου λες και με ξερόχυσε ο Νεοκλής και είμαι με τρεις τρίχες. Πάντα το ζήλευα αυτό το μαλλί του.»

  «Ε, δε βαριέσαι.»

  «Μα είσαι καλά; Ο Λευτέρης είχε πιο πολύ μαλλί απ’ όλους τους JacksonFive.»

  «Λύσσα κακιά… τουπέ ήταν μωρέ, δεν το ’ξερες;»

  «Τι τουπέ καλέ; Ο Λευτέρης; Τέτοιος απλός άνθρωπος, λαϊκός, με την καλημέρα του και τη γλυκιά του κουβέντα μια ζωή;»

  «Δεν εννοώ ότι είχε τουπέ, πανάθεμά σε, το φορούσε το τουπέ. Καούκα ήταν το μαλλί, πώς το λέμε; Υαλοβάμβακας, μοκέτα, το ’βαζε και το ’βγαζε.»

  «Μη με τρελαίνεις!»

  «Ναι παιδί μου. Και δεν ήταν ένα μόνο. Δυο περούκες είχε – μία πιο επίσημη έτσι, με χωρίστρα, λίγο γκριζαρισμένη, και μια δεύτερη έτσι πιο ατημέλητη, καθημερινή.»

  «Άλλο πάλι και τούτο…»

  «Μην κοιτάς που έκανε τον σεμνό – ήταν μεγάλη κοκότα ο Λευτεράκος, Θεός σχωρέστον. Αφού να σκεφτείς το μουστάκι με το που πήρε ν’ ασπρίζει, κι αφού το ’βαψε πρώτα μια φορά με την καράμπογια την Κάμελ για τα σκαρπίνια κι έγινε σαν τον πειρατή που μπατάλεψε, το ξούρισε μια κι έξω, σε μπαρμπέρη. Θα ξεχάσω που γύρισε σπίτι κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας ξένος αμούστακος κι άρχισα να τσιρίζω λες και με βιάζανε;»

  «Τι ήταν κι αυτό με τις μουστάκες, βρε Μαίρη μου, θυμάσαι; Το ογδόντα, ιδίως, όλοι οι άντρες μας μουστακαλήδες ήτανε.»

  «Το Πασόκ έφταιγε.»

  «Μα ο Νεοκλής Νέα Δημοκρατία ψηφίζει από ανέκαθεν.»

  «Καλέ κι εμείς, πάππου προς πάππου, αλλά ήτανε παιδί μου αυτό το μάγκικο του Αντρέα που τσιμπάγανε και οι δεξιοί, γι’ αυτό κι ό,τι κέρατο έφαγε η φουρνιά μας είχανε όλες κάτι βυζά σαν της λεχώνας που ’κανε οχτάδυμα και της φτάσανε ρούφα-ρούφα στο γόνατο.»

  «Μ’ άφησες όμως στη μέση με το παπόρι και την ταβέρνα…»

  «Ναι, που λες, με παίρνει, μου λέει το και το, να πω στον Αριδαίο να βγάλει απ’ το ψυγείο όλο το δαμάλι να το ρίξει στα κάρβουνα – οπότε κι εγώ τι να κάνω, τον άκουσα τον άνθρωπο απελπισμένο απ’ την πείνα, λέω έχει γούστο να μου λιγοθυμήσει και να μου πέσει στη θάλασσα και να ’χουμε άλλα, οπότε λέω, θα πάρω, και θα πάω κι εγώ από νωρίς να στηθώ να τον περιμένω, και το πολύ-πολύ τσιμπάω κι εγώ για βράδυ, ας το κάνουμε έξοδο αφού πήγε και καλά η δουλειά στην Κρήτη.»

  «Και μετά;»

  «Ε, πάω να πάρω τηλέφωνο, αλλά ο κατάλογος που είχαμε ήταν επί Μεταξά, γιατί τους καινούριους μας τους ρίχνει αυτή η τρελή η οικολόγα του δεύτερου στην ανακύκλωση, μην πηγαίνει τζάμπα τόσο χαρτί με τα δάση να συρρικνώνονται λέει, που θέλω να της πω, μωρή, πάει το δέντρο, κόπηκε, τυπώθηκαν οι τηλεφωνικοί κατάλογοι, ζωή σε μας και στον Βασιλικό Κήπο, τι θα κάνουν δηλαδή οι σκουπιδιάρηδες, θα πάρουνε το χαρτομάνι απ’ τον κάδο και θα τραβήξουν κατά Υμηττό μεριά να το κολλήσουν φύλλο-φύλλο στις βελανιδιές για να θρέψουν; Τέλος πάντων, ήξερα όμως ότι ο Βησσαρίων, ο γέρος στον τρίτο, ο βαρήκοος, δεν αφήνει τίποτα, όλα τα φυλάει, τον φάκελο απ’ το λογαριασμό που λέει ο λόγος, γιατί μια φορά που είχα πάει με τα παιδιά όταν ήταν μικρά να του πούνε τα κάλαντα, είχα δει μέσα στο χολ να κάτι στοίβες εφημερίδες, περιοδικά, ρούχα, τάπερ, ό,τι φανταστείς.»

  «Και τι τα ’κανε;»

  «Πού να ξέρω καλέ τι τα ’κανε; Πήγαινε και τον έτριβε απάνω τους και τους έλεγε, Πάρ’ τα μωρή σαβούρα.»

  «Οπότε φαντάστηκες ότι θα ’χε φυλάξει τον φετινό τον κατάλογο.»

  «Ναι, γιατί δεν θυμόμουν βλέπεις και τον αριθμό με τις πληροφορίες, μόνο το 11 στην αρχή θυμόμουν και μετά πατούσα ό,τι να ’ναι κι έβγαινε μια ξινή και μου έλεγε Ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί και τα λοιπά, που μου ’ρθε να τη χέσω, το ξέρω μώρη κάμπια ότι δεν υπάρχει το νούμερο, το σωστό θα μου το πεις, ή θες να με πεθάνεις; Κατεβαίνω που λες στον τρίτο με το ρομπάκι και την παντόφλα, είχα ώρα να γυρίσω σπίτι και να ετοιμαστώ εξάλλου, και του χτυπάω. Έκανε ώρα να μου ανοίξει, αλλά είναι και χιλίων ετών ο Βησσαρίων, επί Όθωνα πήγε φαντάρος, και ξαναχτύπησα, και μετά απ’ τα νεύρα μου άρχισα να βροντάω την πόρτα, μέχρι που κάνει ένα κρικ και βλέπω ότι δεν είχε κλείσει καλά, ανοιχτή ήταν τόση ώρα.»

  «Και μπήκες μέσα;»

  «Μπήκα, που να μην έσωνα. Και μονομιάς με πιάνει μια μπόχα, ίλιγγος μου ‘ρθε, λες και είχα μπει σε απόπατο φυλακής, μια κατουρλίλα άλλο πράμα, δάκρυσα η γυναίκα. Γιατί βλέπεις, ο Βησσαρίων ο έρμος έχει ακράτεια – πού να μην έχει δηλαδή, βαρέθηκε και η κύστη του τόσα χρόνια, σου λέει, αφεντικό, σε βαρέθηκα και σένα και τα τσίσα σου, α σιχτίρ πια – και είχε φαίνεται κατουρηθεί πάνω του και είχε πέσει κάτω ξερός.»

  «Τι; Πέθανε από πέσιμο που λένε;»

  «Καλέ όχι, χτες τον είδα, μια χαρά συνήλθε – όσο έχει ακόμα σκουπιδαριό να μάσει, δεν πεθαίνει αυτός. Τέλος πάντων, όμως εγώ δεν ήξερα, κι όπως τον είδα τάβλα μες στα κάτουρα, παρ’ όλο που αναγούλιαζα απ’ τη βρόμα, λέω δεν είναι σωστό να τον αφήσω έτσι γέρο άνθρωπο, ας τον σηκώσω πρώτα να τον βοηθήσω ν’ αλλάξει έστω, και καλώ ασθενοφόρο. Ε, εσύ είσαι που το λες; Όπως κάνω να περάσω απ’ το διάδρομο – με στοίβες σαβούρα δεξιά-ζερβά, θαρρείς και ήμουνα σε φαράγγι, πόσα είδη τρέλας πια σ’ αυτόν τον κόσμο; – δίνω χωρίς να το καταλάβω μια με τον αγκώνα, και κουνιέται ένας πύργος από εφημερίδες και περιοδικά, κι αρχίζει να γέρνει, και ξεκουνάει κι άλλους τρεις-τέσσερις που ήταν κολλητά, και πριν προλάβω να φωνάξω βοήθεια παρ’ την κάτω η καλή σου στα πατώματα κι εγώ φάτσα με τον Βησσαρίωνα, κι από πάνω μας δυο τόνοι σκουπιδομάνι.»

  «Ο Χριστός και η Παναγία!»

  «Άσε, πώς δε σκοτώθηκα πάλι καλά να λες. Τον κοιτάω τον Βησσαρίωνα, με κοιτάει κι αυτός όπως ήτανε θαμμένος, του λέω Τι χαμπάρια, μου λέει, Θαρρώ κάτι μου μυρίζει άσκημα, του λέω, Μην το πάρεις στραβά, αλλά μάλλον τα ’κανες πάνω σου – Εγώ; Μου λέει θυμωμένος Εγώ που επολέμησα εις το Σμαρδέσι πλάι εις τον Τσακαλάρωφ; Τέλος πάντων, συνεννόηση δεν έβγαινε, ευτυχώς μετά από λίγο ακούμε ένα σουρ-σουρ πίσω μας, και μια φωνή να λέει, Όλα καλά; Και ήταν ένα παλικαράκι που ’χε έρθει να μοιράσει φυλλάδια, και είδε τη σαβούρα που είχε ξεχειλίσει απ’ την εξώπορτα στον διάδρομο της πολυκατοικίας, και μπήκε να δει τι έγινε. Ε, και με τα πολλά, τράβα-πέτα, τράβα-πέτα, μας ξέθαψε και τους δύο, κι ο Βησσαρίων να φωνάζει σαν τρελός, Τις μπροσούρες μην παραλείψεις να μου αφήσεις, νεαρέ! Τις μπροσούρες! Κι εγώ τρέχω όπως είχα γίνει σύσκατη απ’ το κάτουρο σπίτι, να προκάμω ν’ ανάψω θερμοσίφονα και να τριφτώ να φύγει η μπόχα από πάνω μου – αλλά τι να δω; Όπως είχα πέσει, φαίνεται, μου ’χανε φύγει τα κλειδιά απ’ την τσέπη της ρόμπας, κι άντε τώρα να τα βρεις μες στον κακό χαμό, άσε που δεν ήθελα ούτε απ’ έξω να περάσω τέτοια τρομάρα και σιχασιά που ’χα πάρει, οπότε λέω, κομμάτια να γίνει, θα φωνάξω κλειδαρά.»

  «Και φώναξες Μαίρη μου τον κλειδαρά μουσκίδι απ’ το κάτουρο του Βησσαρίωνα; Τι ακούω η γυναίκα;»

  «Εσύ μαρή τι θα ’κανες, θα ’μπαινες με σκοινί απ’ το μπαλκόνι σαν την Τσίτα του Ταρζάν;»

  «Γιατί δεν έπαιρνες τον Γιαννάκη ή τη Σόφη σου να ’ρθούνε να σ’ ανοίξουν;»

  «Πώς να ’ρθει καλέ απ’ το Εδιμβούργο το παιδί, που κάνει το δεύτερο μεταπτυχιακό του στο σινεμά της Νέας Γουινέας; Να παρατήσει τις σπουδές του και να πει, να με συγχωρείτε, αλλά η τρελή η μάνα μου κλειδώθηκε απ’ όξω;»

  «Και η Σόφη;»

  «Η Σόφη δουλεύει βράδυ σ’ εκείνο το αναθεματισμένο το κλαμπ και δε σχολάει πριν τις έξι, και τ’ απόγευμα έτσι και την πάρεις και την ξυπνήσεις νωρίτερα απ’ τις πέντε, είναι ικανή να σε χέσει. Άσε που πιο πολύ ντρεπόμουνα τι θ’ ακούσω απ’ τη Σόφη, και το γέλιο που θα ’κανε το τέρας έτσι και μ’ έβρισκε σ’ αυτό το χάλι, παρά τον κλειδαρά, μα τον Θεό. Στο κάτω-κάτω, με το σέβας του παρά γαμεί ο κύρης την κυρά, έτσι δε λένε; Ε; Ένα σκασμό λεφτά θα του έδινα για να μου ανοίξει, ας μ’ έβρισκε και κατουρημένη.»

  «Όλες οι συμφορές μαζεμένες κακομοίρα μου.»

  «Άστα. Τουλάχιστον ευτυχώς το νυχτικό μου από μέσα είχε μόνο μια στάμπα μικρή χαμηλά στην κοιλιά, κι όπως ήταν εμπριμέ δε φαινόταν, οπότε βγάζω απλώς τη ρόμπα, και λέω, εσένα τώρα τι να σε κάνω σκατόπραμα σιχαμένο, ε, κι επειδή δεν ήταν ότι θα την έπλενα, όπως είναι θα έπαιρνε δρόμο μαζί με το νυχτικό και ό,τι φορούσα, ούτε να τα ξαναδώ δεν ήθελα, την κάνω κουβάρι η έξυπνη και την πετάω στον φωταγωγό.»

  «Στον φωταγωγό;»

  «Ναι. Με το κινητό στην τσέπη – το κατάλαβα απ’ το σαματά που έκανε πέφτοντας, χτύπησε στο τζάμι των αποκάτω.»

  «Οπότε πώς κάλεσες τον κλειδαρά;»

  «Αμ δεν τον κάλεσα ποτέ! Γιατί λέω, τέτοια ώρα τέτοια λόγια, θα μου ’ρθει ο Λευτεράκος με τη στομάχα να χάσκει σαν μπουκαπόρτα, κι εγώ ακόμα εδώ θα είμαι, οπότε μια και δυο το παίρνω απόφαση: θα πάω, λέω, στην οικολόγα τη μουρλή, και θα της πω το και το. Ε, γειτόνισσα είναι, θα βοηθήσει, δεν μπορεί. Άσε που θα την έβαζα να μου βρει το τηλέφωνο του Αριδαίου και θα της ζητούσα και τίποτα καθαρό να φορέσω. Μόνο που, αν και κανονικά θα κατέβαινα απ’ τις σκάλες, δυο όροφοι είναι, επειδή οι παντόφλες μου ήταν μισοβρεμένες, κι ακόμα έτρεμα σύγκορμη απ’ τα απανωτά χουνέρια, λέω, άσε μη σαβουρντιστώ κι απ’ τις σκάλες και με βρούνε σαν ανοιγμένο σουγιά με το κεφάλι να κοιτάει τον κώλο – και μπαίνω στο ασανσέρ, μαύρη ώρα.»

  «Και χαλάει!»

  «Ναι μωρή, χαλάει, θα μ’ αφήσεις να μιλήσω; Κατεβαίνει τον τρίτο, και πάνω που φαίνεται η αρχή του δεύτερου, κάνει ένα μπραφ και σταματάει – και σβήνουν και τα φώτα, και βρίσκομαι ξαφνικά μες στα μαύρα τα σκοτάδια στο σαρδελοκούτι το χαλασμένο. Τι τσίριξα, τι έκλαψα, τι χτύπησα με γροθιές το φρεάτιο, ψυχή δε μ’ άκουσε. Έξι ώρες μετά εδέησαν και με βγάλανε πανάθεμά τους, πάνω που μ’ είχε πάρει ο ύπνος μες στο ασανσέρ την κακοιμοίρα, απ’ την εξάντληση κι απ’ την τσιρίδα. Και στο μεταξύ ο Λευτεράκος μου είχε φτάσει Πειραιά και είχε πάει μόνος του στην ταβέρνα που τον βρήκε το κακό.»

  «Πω πω πω βρε φιλενάδα, ταράζομαι και μόνο που μου τα λες. Κι από τι πέθανε τελικά ο συχωρεμένος;»

  «Ανακοπή καρδίας, έτσι έλεγε το χαρτί το επίσημο, προκληθείσα, λέει, από συνδυασμό χρόνιας στεφανιαίας νόσου και υπερφαγίας.»

  «Παναγία μου μακρινάρι. Το ρεζουμέ, δηλαδή;»

  «Μωρή έσκασε στο φαΐ ο Λευτέρης, σαν τον πατέρα του. Τι λέμε τόση ώρα;»

  «Α, έτσι πέθανε κι ο πεθερός μου.»

  «Α, δε μ’ ακούς φαίνεται και θα σε χέσω και σένα. Ναι, απάνω στο φαΐ είχε σανιδώσει κι ο πεθερός μου ο Πολίτης.»

  «Απ’ την Πόλη.»

  «Όχι, αυτός ήτανε Πολίτης απ’ τα Κάτω Πορρόια Κικλίς. Απ’ την πόλη ανάθεμα το φελέκι σου – μπιρ παρά, Καπαλί Τσαρσί, ταούκ κιοκσού,Μαύρη Τουρκιά, πικρή σκλαβιά και το χαρούπι σάπιο! Άπαπα δεν αντέχεσαι!»

  «Θα είχε κι εκείνος την καρδιά του, φαίνεται.»

  «Αμ εδώ σε θέλω – εκείνος ήταν ακόμα πιο νέος, πενήντα έξι ετών όταν σχόλασε, και ήτανε και πρωταθλητής στα νιάτα του, έριχνε σφύρα.»

  «Σφύρα…;»

  «Κι έρχομαι. Αυτό καλέ που ρίχνουνε στους Ολυμπιακούς; Με την αλυσίδα;»

  «Σφύρα το λένε αυτό;»

  «Ναι, κι άμα είναι πιο μικρό, το λένε σφυρίδα και το φκιάνουν με χοντρό αλάτι. Δεν μπορώ και να σε φασκελώσω απ’ το τηλέφωνο.»

  «Άρα ήτανε γερός όταν πέθανε ο πεθερός;»

  «Σαν ταύρος καρπερός. Λυγερόκορμος, νευρώδης, νέος άντρας – και ωραίος.»

  «Ε, κι ο Λευτέρης σου κούκλος ήτανε, Θεός σχωρέστον.»

  «Ε, δε βαριέσαι, ίδιος η μάνα του ήταν, τον έχεσε η Ναουσσαία.»

  «Οπότε τι μου λες όμως ότι ο πεθερός σου πέθανε απ’ το φαΐ αφού ήταν μια χαρά στην υγεία του ο άνθρωπος;»

  «Δε με προσέχεις και δεν είναι φέρσιμο αυτό στη φιλενάδα. Δεν είπα ότι πέθανε από το φαΐ, είπα ότι πέθανε απάνω στο φαΐ. Αναφυλαξία είχαν πει τότε οι γιατροί. Αυτό που παθαίνεις από την αλλεργία άμα δε σε προλάβουν.»

  «Μωρέ μπας και τον είχε τσιμπήσει καμιά μέλισσα;»

  «Πού καλέ μες στην ψησταριά η μέλισσα; Μόνο μύγες μαζεύει η τσίκνα.»

  «Ε, μπορεί να τον τσίμπησε μύγα.»

  «Ξες εσύ κανέναν να πέθανε από τσίμπημα μύγας;»

  «Πώς, είναι μια στη Αφρική, η μύγα-τσατσά, που άμα σε τσιμπήσει, πας άκλαφτος.»

  «Η μύγα-τσατσά. Στην Αφρική.»

  «Ναι σου λέω.»

  «Παιδί μου στο Άνω Πορδοβόλι πέθανε ο άνθρωπος, σ’ ένα χωριό στο πούθενα, Κυριακή του Πάσχα.»

  «Α, τότε μπορεί να ήταν αλλεργικός στο αρνί.»

  «Αμ δε – ο Λευτέρης τον θυμόταν μια ζωή το Πάσχα να τα κατεβάζει τα αρνιά μαζί με τη σούβλα. Μάλιστα τον έβαζε με το ζόρι να τρώει τα μάτια, ότι είναι ωραίος μεζές κι έχει φώσφορο, γι’ αυτό ο δικός μου δεν ήθελε ούτε να το μυρίσει τ’ αρνί και τη βγάζαμε κάθε χρόνο με ρολό κοτόπουλο σαν τους άθρησκους.»

  «Και τότε;»

  «Μωρέ, είχαν περάσει τόσα χρόνια, που το ’χα πια ξεχάσει να σου πω την αλήθεια. Αλλά όταν έχασα το Λευτεράκο μου στα καλά καθούμενα, κάθισα και τα ’βαλα κάτω – τι αναφυλαξίες κι ανακοπές κι αηδίες, εδώ κάτι μου βρομούσε. Πατέρας και γιος να πεθάνουν πάνω στο φαΐ πριν την ώρα τους; Οπότε πήγα και βρήκα τον Αριδαίο, και τον ρώτησα τι είχε φάει.»

  «Και τι σου είπε;»

  «Μου έδωσε εκεί τον κατάλογο όπως ήταν και μου είπε: αυτό.»

  «Τι, είχε φάει όλο τον κατάλογο;»

  «Όσα είχαν ετοιμαστεί το μεσημέρι – καμιά δέκα-δώδεκα πιάτα τουλάχιστον, μεζέδες, συνοδευτικά, τα πάντα όλα ο ερίφης.»

  «Οπότε πού να βρεις εσύ τώρα το σωστό;»

  «Κι όμως – τα πήρα ένα προς ένα όλα και είπα, τούτο δω το τρώει, αυτό το γονατίζει, εκείνο το κατεβάζει αμάσητο όπως η οχιά τον αρουραίο… Και μόνο σ’ ένα σταματούσε κάθε φορά το μυαλό μου.»

  «Σε ποιο;»

  «Στην τηγανιά.»

  «Χοιρινή;»

  «Ναι. Που λες, όσο και να ’σπαγα το κεφάλι μου, δεν μπορούσα να τον θυμηθώ τον Λευτεράκο μου να τρώει ποτέ του τηγανιά. Το αντίθετο, μάλιστα – θυμάμαι να καθόμαστε μεγάλη παρέα, σε καμιά γιορτή, επέτειο, ξέρεις, και να λέει στο γκαρσόνι, φέρε μια απ’ όλα εκτός από τηγανιά, γιατί με πειράζει. Κι άμα βρισκόμασταν κάπου μουσαφίρηδες και μας τη βγάζανε, δεν έπαιρνε μήτε πιρουνιά, που ο Λευτέρης μου κανονικά ήταν ικανός τράκα στην τράκα να σου φάει το φαΐ σου και να σε επιπλήξει που τσίμπησες κι εσύ.»

  «Ναι, αλλά γιατί ειδικά η τηγανιά να τον στείλει τον άνθρωπο; Γουρούνι γενικά δεν έτρωγε;»

  «Χοιροστάσια, δάση, την κονσερβοποιΐα του Ζβαν ολόκληρη. Αλλά την τηγανιά ούτε που την άγγιζε.»

  «Κοίτα να δεις. Και τι έκανες;»

  «Εδώ το πράμα φιλενάδα είχε ιστορία από πίσω – γιατί έπρεπε να μάθω και τι ακριβώς είχε φάει ο γέρος του και τα τίναξε τα πέταλα σφυροβόλος άνθρωπος.»

  «Ναι, αλλά πού να το μάθεις, τόσα χρόνια μετά;»

  «Ήξερα ότι θα ’ταν δύσκολο, άλλα μ’ έτρωγε το μ’νί μου να εξιχνιάσω το μυστήριο. Οπότε έψαξα στην ατζέντα του Λευτέρη, και βρήκα, στο Χ, κάτω απ’ το ‘Χωριό’, ένα τηλέφωνο μιας ξαδέρφης του στο Κάτω Πορδοβόλι.»

  «Εγώ νόμισα μου είπες στο Άνω Πορδοβόλι τον βρήκε το κακό.»

  «Ονόματα στην τύχη λέω μαρή, που να ξέρω πώς λέγεται ο τραγότοπος, ένα ορεινό χωριό εκεί κάπου στη Θεσσαλία είναι, απ’ όπου είχε καταγωγή ο βουρδόλακας η πεθερά μου.»

  «Και πήρες την ξαδέρφη;»

  «Ναι, την περίφημη Παγούρω.»

  «Πώς;;»

  «Παγούρω – πώς λέμε παγούρι; Αυτό που έχουν οι φαντάροι άμα βγουν πεζοπορία στο λιοπύρι μη φουλτακιάσουν απ’ τη ζέστη;»

  «Καλέ γιατί τη βαφτίσανε απ’ το παγούρι τη γυναίκα; Λεγεωνάριος ήτανε;»

  «Τέλος πάντων αυτό είναι το θέμα μας; Εδώ τις προάλλες στα μνήματα είδα μία που τη λέγανε Αφέντρα.»

  «Αφέντρα;»

  «Και κυρά. Μια μέγαιρα φαινόταν στη φωτογραφία, κι αυτή εξακοσίων ετών, με εκατόμβες πεθαμένων από πίσω σίγουρα που τους ήπιε το κολυβοζούμι. Τέλος πάντων, κι αυτή η ξαδέρφη η Παγούρω που λες – μια απ’ αυτές που είναι σαν ληξίαρχοι, και ξέρουν τα πάντα για τους πάντες με κάθε λεπτομέρεια, ποιος ξέρει τι χολέρα μαύρη κι αυτή για να τα κρατάει όλα χαρτί και καλαμάρι λες και θα δώσει αναφορά στο Χάρο – μου το ’πε με τη μία. Τον ξάδερφο τον Ορέστη, μου λέει, η τηγανιά του κερατά του κάπελα τον σκότωσε. Την έφαγε και τον έφαγε. Η ίδια πίστευε ότι την είχε φτιάσει με τίποτα σαπάκια, και με μπόλικο εντριβόκρασο, να μη βρομάει, και είχε φέρει μέχρι την αστυνομία, αλλά ο ιατροδικαστής είχε ήδη βγάλει το πόρισμα.»

  «Μη μου το λες, Μαίρη! Μα από τηγανιά και πατέρας και γιος;»

  «Όπως τ’ ακούς φιλενάδα. Οπότε με το που το κλείνω, λέω, εδώ το πράμα σηκώνει έρευνα. Και παίρνω που λες τη Σόφη, που ’ναι όλη μέρα κολλημένη στην ταμπλέτα της – »

  «Μπαϊβάπ;»

  «Μωρή χειμώνα έχουμε, ταμπλέτα ηλεκτρονικιά, σαν κομπιούτερ επίπεδο ένα πράμα, μικρό, για να το κουβαλάς μαζί σου. Τέλος πάντων, επειδή τα κατέχει όλα αυτά και κάθεται όλη μέρα και ξύνεται στο ιντερνέτ και το βράδυ μετά τραβιέται στο χαμαιτυπείο – ήθελα να ’ξερα το πτυχίο Οργάνωσης και Διοίκησης τι το πήρε το ρημάδι, ούτε την ντουλάπα της δεν οργανώνει, μία φορά που πήγα στο αχούρι που μένει με την κολλητή της στην Κυψέλη έφριξα απ’ την ακαταστασία – της λέω το και το, μπες, ψαξε, βρες που διάολο γεννήθηκε ο προπάππος σου ο Λευτέρης, και πάρε το πιο κοντινό ληξιαρχείο και ζήτα να σου στείλουν πιστοποιητικό θανάτου.»

  «Φιλενάδα, ούτε ο Σάιλοκ Χολμς να ήσουν!»

  «Στην αρχή μου έπιασε τη μίρλα: και πού να ψάχνω τώρα, και δεν προλαβαίνω, κι έχω ένα σωρό δουλειές – που δεν κοιτάει να συμμάσει το τριμπούρδελο που μένει πριν τη φάνε τα ποντίκια με την άλλη τη χαμουρίτσα τη συγκάτοικο – αλλά της έταξα γεμιστά κι ένα πενηντάρι, και σου ’γινε η καλή σου ΚΥΠ. Δυο μέρες μετά κιόλας με πήρε και μου λέει, Έλα, Ελευθέριος Σαφρακτσόγλου; Αυτόν δεν ψάχνουμε; Αυτόν, της λέω. Ε, γράφε, Κοπτερό Ροδόπης.»

  «Κοφτερό;»

  «Κοπτερό. Πώς λέμε ελικόπτερο; Καμία σχέση.»

  «Δεν ήταν Πολίτες τελικά το σόι του πεθερού σου;»

  «Όχι, δεν τους είπε κανείς ‘Καλός πολίτης’ κι έμειναν όλοι φαντάροι. Τι σημασία έχει μωρή, θα γνώρισε εκεί καμιά Τουρκάλα ο Κοφτερός ο πάππος, τα μάζεψε και πήγε κατά Καντίκιοϊ μεριά. Το θέμα είναι ότι το πιστοποιητικό θανάτου δεν το στέλνανε, λέει, έπρεπε να περάσει κάποιος να το παραλάβει ιδιοχείρως.»

  «Κι έστειλες τη Σόφη;»

  «Τη Σόφη; Δεν είσαι καλά – πιο εύκολα έστελνα τη Βασίλισσα Ελισάβετ απ’ το Μπάκινχαμ με το τζετ, παρά τη μικρή: ίσα που πέρασε να πάρει τα γεμιστά και να τσακώσει το πενηντάρι, και μην την είδατε, πήγε να κάνει νύχια μην την κακολογήσουν στην αλεπότρυπα που ξημερώνεται. Εγώ, μεγάλη γυναίκα, μόνη ολομόναχη, πήρα τρένα και λεωφορεία – μόνο σε μουλάρι δεν ανέβηκα, που να σου πω καλύτερα θα ήταν το μουλάρι απ’ την ποδαρίλα του ΚΤΕΛ, έζεχναν οι μισοί εκεί μέσα λες και ήταν ακόμα άπλυτοι, με το μύρο και το λάδι και το βρακί το βαφτιστικό να έχει πιάσει κόρα –κι έφτασα μιάμιση μέρα μετά, ψόφια απ’ την ταλαιπωρία, άυπνη, και με το μαλλί σαν αετοφωλιά, στο περίφημο ληξιαρχείο όπου πάνε όταν πεθάνουν οι κάτοικοι του Κοπτερού.»

  «Και το βρήκες το πιστοποιητικό θανάτου;»

  «Το βρήκα το ρημάδι – μια χαρτούρα μεγάλη ίσαμε τη Ρούμελη, κιτρινισμένη και σκισμένη από χίλιες μεριές, με τα τσιμπιδάκια το έπιανε ο υπάλληλος λες και ήτανε η ιερά σινδόνη, και ήταν γραμμένο και με κάτι καλλιγραφίες που δεν έβγαζες Χριστό, σκύψαμε από πάνω και το διαβάζαμε γράμμα το γράμμα σαν τη γριά με το ψηφοδέλτιο, μην το ρίξει αλλού ντ’ αλλού και δε της γίνει το ρουσφέτι. Το διαβάσαμε τόσες φορές, που το θυμάμαι απ’ έξω: Ο πεντηκοντούτης γέρων Ελευθέριος Σαφρακτσόγλου του Πρόκλου και της Αγορίτσας απεβίωσεν την δεκάτην Αυγούστου του σωτηρίου έτους χίλια εννιακόσια κι εξ, περί την εβδόμην εσπερινήν, εκ συγκοπής καρδίας προκληθείσης από υπέρμετρον βρώσιν κρέατος χοίρου, εμβαπτισθέντος εις ερυθρόν ξηρόν οίνον και κατόπιν μαγειρευθέντος εις μπακιρένιον τηγάνιον.»

  «Κι ο προπάππους από τηγανιά; Απίστευτο!»

  «Κι εγώ έτριβα τα μάτια μου μόλις είδα το ‘τηγάνιον’. Αλλά μετά, επί τόπου, πήρα τηλέφωνο τον Γιάννη μου στη Σκωτία, ούτε είδα τι ώρα ήταν η μοσχάρα μην το ξυπνήσω το παιδί με τη διαφορά, και το σήκωσε, και του είπα τα καθέκαστα, κι επειδή όσο να πεις σόι του πατέρα του είναι, και είναι ο ίδιος στη σειρά – φύλα Παναγία μου, ευτυχώς έγινε χορτοφάγος και δεν κινδυνεύει το πουλάκι μου! – στρώθηκε και το ’ψαξε εκεί στο πανεπιστήμιο με τους φίλους του.»

  «Καλά, σινεμά δε λες ότι σπουδάζει;»

  «Ε καλέ, και τι μ’ αυτό, εκεί όλοι μια κολεγιά είναι – και είναι και ξεφτέρι ο μεγάλος, το ίδιο βράδυ κιόλας με πήρε, στο ΚΤΕΛ για Σαλονίκη, που το Κάπα στα αρχικά είναι απ’ το Κόλαση.»

  «Αλήθεια;»

  «Ναι μωρή, και οι οδηγοί είναι όλοι σατανιστές. Πόσες φορές θα σου πω να μη με διακόπτεις; Με παίρνει λοιπόν ο Γιάννης μου τηλέφωνο και μου λέει, άκου να δεις, ότι σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, υπάρχει στην τηγανιά μια ουσία που απελευθερώνεται μόνο όταν – »

  «Τι κάνει η ουσία;»

  «Απελευθερώνεται.»

  «Γιατί, σκλάβα την έχουν;»

  «Μωρή, βγαίνει από κάτι άλλο, αυτό θα πει απελευθερώνεται, αμάν αυτές οι απορίες σου, λες και δεν το βγάλαμε μαζί το εξατάξιο – και που λες αυτή η ουσία λέει είναι άκρως τοξική για άτομα άνω των σαράντα που τους λείπει ένα συγκεκριμένο γονίδιο, και μπορεί να προκαλέσει από αλλεργικό σοκ μέχρι κοιλιακή μαρμαρυγή, που θα πει κλατάρει η καρδιά, σε προλαβαίνω μη με ρωτήσεις τίποτα για μάρμαρα, και γενικώς άμα τη φας τη ρημαδο-τηγανιά και το έχεις αυτό το χούι στα γονίδια, τεζάρεις επί τόπου, όπως ο Λευτεράκος μου κι ο πατέρας κι ο παππούς του.»

  «Έλα Παναγία κι άγιε μου Κυπριανέ.»

  «Όπως σ’ τα λέω φιλενάδα. Αδηφαγίνη τη λένε την ουσία, και είναι δηλητήριο σκέτο. Κι έβαλα που λες τον Γιαννάκη μου επί τόπου να πάει να κάνει εξετάσεις…»

  «Ντι-εν-έι;»

  «Μπα; Πού το έμαθες εσύ μαρή το ντι-εν-έι;»

  «Το έχει συνέχεια ένα σίριαλ που βλέπουμε με τον Νεοκλή – το Τσι.»

  «Τσι; Τι τσι;»

  «Πως λέμε τσιβί; Τσιχουάχουα; Τέλος πάνων, κάτι αρχικά στα εγγλέζικα. Ένα αστυνομικό τέλος πάντων, με κάτι πεθαμενατζήδες – »

  «Νεκροθάφτες;»

  «Όχι, αυτοί τους πεθαμένους δεν τους θάβουν, τους αναλύουν σε κάτι εργαστήρια και βρίσκουνε από τι πέθαναν, κι ενώ είναι σιχαμένο μ’ όλα αυτά τα ψοφίμια που κόβουν λες και φιλετάρουνε λαυράκι, κι ώρες-ώρες γίνεται και τρομαχτικό και φοβάμαι και κολλάω στον Νεοκλή και μου λέει πιο δίπλα Σπάσα μου, θα με καβαλήσεις στο τέλος, έχει μυστήριο και μ’ αρέσει. Είναι ωραίο έργο το Τσι, να το δεις κι εσύ.»

  «Δεν είσαι καλά που θα βάλω γω στο σπίτι μου τα κουφάρια που τα κάνουνε φέτες – αλλά όλο μου αλλάζεις θέμα και θα θυμώσω. Κι ευτυχώς που λες έκανε τις εξετάσεις ο Γιαννάκης μου και είναι όλα εντάξει, καθαρό το ντι-εν-έι του, δεν κινδυνεύει απ’ την τηγανιά με την αδηφαγίνη που λέγαμε.»

  «Στη Σόφη βρε είπες μην τυχόν και βάλει τηγανιά στο στόμα; Κι αυτή του ίδιου πατέρα κόρη είναι.»

  «Έλα καλέ τώρα, και να της πω θα δώσει βάση; Χώρια που είναι κορίτσι, αυτό μόνο τους άντρες πιάνει, χώρια που η μικρή μόνο πιοτί βάζει στο στόμα της, γι’ αυτό δουλεύει στο κωλάδικο, για να κατεβάζει τζάμπα τα ουίσκια.»

  «Να σου πω βρε Μαίρη – μη μου βάλεις πάλι τις φωνές, αλλά μ’ όλη αυτή την κουβέντα σαν να πείνασα κομματάκι.»

  «Πλάκα στην πλάκα, κι εγώ θα ’τρωγα κάτι φιλενάδα.»

  «Και λείπει κι ο Νεοκλής, έχει πάει Έδεσσα που παντρεύεται μια βαφτισιμιά του, και στο σπίτι έχω μόνο ένα κομμάτι ογκρατέν που ’ναι δυο μέρες στο ψυγείο κι έχει σκληρύνει το μακαρόνι σαν του φακίρη το νύχι – μήπως να πηγαίναμε πουθενά έξω να τσιμπούσαμε οι δυο μας, που ’χω και τόσες μέρες να σε δω; Άντε, μην τα λέμε όλο απ’ τα τηλέφωνο.»

  «Δεν είναι άσχημη ιδέα… Αχ, ας όψονται τα αφιλότιμα τα κάπιταλ κοντρόλια, που αλλιώς θα παίρναμε μια ταξάρα να μας πήγαινε στο Τουρκολίμανο για ψάρι.»

  «Έλα, όπου να ’ναι θα περάσει κι αυτό, μου το είπε η Ζωίτσα μου που το διάβασε σ’ ένα άρθρο στο Φέσι.»

  «Ποιο Φέσι;»

  «Το Φέσι, καλέ, το γνωστό. Όλα τα νέα παιδιά, όταν είναι να ψάξουνε κάποιον, ή ρωτάνε αν έχει Φέσι ή τον ψάχνουνε κατ’ ευθείαν στο ίδιο το Φέσι. Κάτι σ’ αυτά τα κινητά τους είναι, τα μεγάλα, που δεν έχουνε κουμπιά και είναι όλο τζάμι μπροστά.»

  «Μη με σαστίζεις με τα ηλεχτρονικά και δεν τα μπορώ καθόλου. Και για πες, εσένα σαν τι τραβάει η όρεξή σου ρε Σπασούλα;»

  «Κοίτα να δεις… και μην το πάρεις στραβά, αλλά μ’ όλη αυτή τη συζήτηση, μια ωραία τηγανιά λαχτάρησα να φάω.»

  «Πες το ψέματα. Κι εγώ.»

  «Πάμε στον Κρητικό, που ’ναι και δίπλα και είναι και φτηνός και κάνει ωραία τηγανιά κι εκείνες τις πατάτες με τη στάκα;»

  «Κανονικά δεν πρέπει, πάλι πήρα δύο κιλά η βοβάλα, αλλά κομμάτια να γίνει – έτσι για το καλό.»

  «Στη μνήμη του Λευτέρη σου.»

  «Χτύπα ξύλο, πανάθεμά σε, άπαπα! Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους.»


Εικονογράφηση Ιάσονας Δεληγιάννης-Φέτσης

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση