Λύσανδρος Μηλιαρέσης Η διπλωματία της φιλοξενίας

23 Απριλίου 2014
Ένας πρώην πρέσβης ασχολείται με το ποιοτικό τουρισμό και τις υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. O Λύσανδρος Μηλιαρέσης μας μιλά για την ζωή του και την Filalexia.


Από παλαιά διπλωματική οικογένεια, ο Λύσανδρος Μηλιαρέσης υπηρέτησε ως πρέσβης της Ελλάδας στη Φινλανδία, τη Χιλή και την Αυστρία. Σήμερα ασκεί μια άλλου είδους διπλωματία μέσα από την Filalexia. ¨Ολα ξεκίνησαν με μια πρότυπη βίλα, πολιτιστική και γαστρονομική εστία, στην Λειβαθώ Κεφαλονιάς, τον τόπο καταγωγής του. Όμως δεν σταματά εκεί: επεκτείνει τις δραστηριότητές του μέσω της ομώνυμης εταιρείας και στο χώρο της παροχής ποιοτικών τουριστικών υπηρεσιών.

-Πώς γεννήθηκε η Filalexia;

Τυχαία! Βρέθηκα σε μια φάση στο Υπουργείο Εξωτερικών χωρίς σαφή καθήκοντα και αυτό μου έδωσε αρκετό ελεύθερο χρόνο. Πήγα στην Κεφαλονιά, όπου είδα ξανά τα κτήματά μας. Βλέποντας τον πολύ μεγάλο ελαιώνα με το εξαιρετικό ελαιοτριβείο, το δεύτερο μεγαλύτερο στο νησί, μου γεννήθηκε η διάθεση να τα αναστήσω, καθώς ήταν μαραζωμένα. Το 2000 μαζί με τη γυναίκα μου συστήσαμε την εταιρεία Filalexia ΑΕ από τα αρχικά των δύο παιδιών μας, του Φιλίππου και της Αλεξίας. Κατά κάποιον τρόπο ωστόσο η λέξη παραπέμπει και στη φιλοξενία. Σκοπός μας ήταν να αναστηλώσουμε ό,τι ήταν εφικτό και να δώσουμε νέα πνοή στον ελαιώνα, ο οποίος είναι από τους 2-3 μεγαλύτερους στο νησί. Είναι περίπου 300 στρέμματα, έκταση τεράστια για νησί. Βέβαια στη στενή οικογένειά μας -τα αδέρφια μου και εγώ- ανήκαν περί τα 30 στρέμματα τα οποία και απέκτησα. Έπειτα βάλθηκα να μπω σε ειδικά προγράμματα της ΕΕ σχετικά με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του αγροτικού χώρου. Έτσι αναστηλώθηκαν το ελαιοτριβείο -με χαρακτήρα μουσειακό- και έγιναν δύο ξενώνες που πλέον είναι ένας υπό μορφή βίλας. 

-Τι ιδιαίτερο κομίζει αυτή η προσπάθειά σας;

Αρχικά είχαμε σκοπό να κάνουμε άλλες δύο βίλες αλλά εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι η Κεφαλονιά δεν προσελκύει ακόμα τουρισμό υψηλού επιπέδου. Η αλήθεια είναι καταφέραμε να κάνουμε κάτι ιδιαίτερα φροντισμένο, με εξαιρετικό προσωπικό. Παράλληλα μετατρέψαμε τη βίλα σε χώρο όπου μπορεί κανείς να εθιστεί στη γευσιγνωσία των Ιονίων νήσων και βεβαίως της Κεφαλονιάς, ενώ αξιοποιούμε και τα ντόπια κρασιά, κυρίως την καλή ρομπόλα και ένα κόκκινο του Σκλάβου.

-Πώς φτάσατε να κάνετε το βήμα της επέκτασης;

Ως ένα βαθμό είναι ματαιοπονία η προσπάθεια να παρασύρουμε και άλλους, γιατί ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη ως προς τη βελτίωση του τουριστικού προϊόντος της Κεφαλονιάς. Ωστόσο αυτό που καταφέραμε είναι ότι κάποιοι μιμήθηκαν την προσπάθειά μας. 

Διαπιστώνοντας ότι η Κεφαλονιά δεν μπορεί να προσελκύσει επισκέπτες με το κατάλληλο βαλάντιο, επεκταθήκαμε και σε άλλα νησιά. Ωστόσο δεν είμαστε ιδιαίτερα ακριβοί σε σχέση με τις τιμές Μυκόνου ή Πάρου. Όμως η ταυτότητά μας είναι συνδεδεμένη με την Κεφαλονιά, γιατί εκεί δημιουργήσαμε κάτι καθόλα δικό μας και είμαστε περήφανοι που αναδεικνύει το τόπο καταγωγής μας.

-Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε και αντιμετωπίζετε;

Το δύσκολο τελικά στην Ελλάδα είναι κρατήσεις κάτι όπως το πρωτοδημιούργησες. Δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει γύρω του: το ίδιο το ελληνικό κράτος έχει φτιάξει πολλά που δεν μπορεί να συντηρήσει, για παράδειγμα, τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων από τα οποία πολλά φυτοζωούν. Εμείς τώρα φροντίζουμε το κτήμα συνεχώς. Άλλωστε όταν κάτι σε συναρπάζει αλλά προϋποθέτει προσπάθεια, όλα αυτά τα αντιπαρέρχεσαι γιατί βρίσκεσαι στο άρμα του ενθουσιασμού. Έτσι η ανάπλαση του κτήματος είναι κάτι που μου αρέσει. Μάλιστα, δεν μας βρίσκει κανείς εύκολα και κάποιοι περνούν και σταματάνε και ρωτάνε τίνος είναι το κτήμα, καθώς εντυπωσιάζονται. Την ερώτηση συχνά την απευθύνουν σε εμένα, δηλαδή με εκλαμβάνουν ως εργάτη!

Πάντως οι εργάτες και εγώ είμαστε το ίδιο πράγμα, κάνουμε ακριβώς τις ίδιες δουλειές, με μεγαλύτερη ένταση βεβαίως αυτοί που με βοηθούν. Και οφείλω να πω ότι στο σύνολό τους αυτοί είναι Αλβανοί. Σπάνια θα βρεις Έλληνες, έχω βέβαια έναν αρχικηπουρό. Οφείλω να σας πω ότι ελάχιστα θα είχα κάνει, αν δεν είχα τη συνδρομή των ανθρώπων αυτών, που είναι και αναντικατάστατοι, δεν υπάρχουν Έλληνες να τους αντικαταστήσουν. Αν λοιπόν επιλέξει κάποιος έναν καλό Αλβανό, πρέπει να ευλογεί την ώρα και τη στιγμή που τον βρήκε. Και αυτό είναι κάτι που σε πολλές συζητήσεις θέλω να το λέω.

-Υπάρχουν κοινά ανάμεσα στην καριέρα σας ως διπλωμάτη και στη φιλοξενία;

Πρώτον, η πελατεία μας είναι βασικά ξένοι, για ένα βασικό λόγο, επειδή στους Έλληνες ακόμα δεν υπάρχει η κουλτούρα της βίλας. Ο Έλληνας δεν νοικιάζει βίλα, γιατί δεν το έχει συνηθίσει και επειδή δεν του περνάει από το μυαλό. Αλλά κι αν ακόμα συμβεί κάτι τέτοιο, θα δυσκολευτεί να καταλήξει σε μια συμφωνία για τη βίλα, γιατί αυτή εξοφλείται πριν φτάσεις, πράγμα που για τον Έλληνα είναι αδιανόητο, δηλαδή να πληρώσει κάτι πριν το γευτεί. Άλλο κοινό είναι η φιλοξενία: ένα μέρος της ζωής του διπλωμάτη περνάει φιλοξενώντας, περιποιώντας και δεχόμενος. Είμαι εθισμένος λοιπόν με τη φιλοξενία και δη των ξένων. Πρέπει να τους ξέρεις και να τους φροντίσεις ανάλογα. Επίσης ένα άλλο στοιχείο είναι οι συνεννοήσεις, στις οποίες χρησιμοποιούνται γλώσσες, όπως τα αγγλικά, αλλά πολλές φορές και τα γερμανικά, τα ιταλικά.

-Σας λείπει το διπλωματικό σώμα;

Παραδόξως και παρά το γεγονός ότι γεννήθηκα σε διπλωματικό, ας το πούμε, κλίμα, ίσως επειδή είναι στο χαρακτήρα μου γυρνάω εύκολα σελίδα. Όταν έφυγα άλλωστε από το Υπουργείο Εξωτερικών, είχα ήδη βάλει το νερό στο αυλάκι, γιατί η εταιρεία είχε ιδρυθεί οχτώ χρόνια πριν αποχωρήσω.

-Τι κάνει ένας διπλωμάτης όταν τελειώνει την καριέρα του;

Ένα μεγάλο δυστυχώς ποσοστό δεν κάνει τίποτα. Ένα μικρό ποσοστό γατζώνεται γύρω από το Υπουργείο και τα παραπλήσια ως σύμβουλοι. Εκείνο που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα είναι ότι δεν απορροφώνται διπλωμάτες στον ιδιωτικό τομέα. Ίσως γιατί αυτός δεν έχει το μέγεθος να τους απορροφήσει αλλά και ίσως γιατί και οι περισσότεροι Έλληνες διπλωμάτες δεν είναι κατάλληλοι για να κάνουν δουλειά στον ιδιωτικό τομέα. Τα λέω λίγο ωμά αλλά μπορώ να εκφράζομαι έτσι, γιατί βρέθηκα στην αντίπερα όχθη, στον ιδιωτικό τομέα. Από όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, ανέλαβα τα ηνία της εταιρείας και έγινα ο επικεφαλής της και οι αποφάσεις προέρχονται από εμένα. Κατά συνέπεια αυτή η εταιρεία πρέπει να σταθεί και να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις για να επιβιώσει. Είμαι πλέον ένας μικρός επιχειρηματίας του ιδιωτικού τομέα. Γενικά πάντως πρόκειται για μια αέναη προσπάθεια, γιατί ένα πράγμα δεν έχουμε καταλάβει στην Ελλάδα, θεωρούμε ότι αυτά που διαθέτουμε και που μας διέθεσε η τύχη -ο ήλιος, η θάλασσα, τα ωραία τοπία- είναι δεδομένα. Μάλιστα αυτά τα τοπία, ως επί το πλείστον, τα καταστρέφουμε. Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, που ο Νεοέλληνας έχει αναδείξει κάτι. Πείτε μου ένα μερος που να το έχουν αναδείξει οι άνθρωποι των τελευταίων σαράντα ετών! Υπάρχουν λίγο παλαιότερες γενιές που δημιούργησαν ωραίους θύλακες όπως το Ναύπλιο ή η Πλάκα ή η Κέρκυρα.

-Ο Έλληνας των τελευταίων ετών λοιπόν τι αποτύπωμα αφήνει;

Ένα αποτύπωμα χωρίς ταυτότητα, αυτό αφήνει, γιατί έπεσε με τα μούτρα στον αγώνα για την επιβίωση και μετά πήγε στην κατανάλωση. Συνεπώς η επιβίωση τον κρατούσε σε χαμηλή πτήση σε συνδυασμό με την καταναλωτική νοοτροπία που μας διείπε. 

-Πώς βλέπετε την Κεφαλονιά σήμερα;

Ακολουθεί και αυτή το πρότυπο αυτό, χάνει ολοένα την ταυτότητά της. Δεν γίνεται τίποτα και αυτό είναι θέμα τοπικής κοινωνίας, η οποία δεν λαμβάνει πρωτοβουλίες και δεν κινείται προς μία κατεύθυνση. Όπως συμβαίνει συνολικά, έτσι και τοπικά δεν έχει μια ιεραρχία, μια ελίτ. Ξέρετε, όταν δεν υπάρχει μια ηγέτιδα τάξη, όχι πάντα συνυφασμένη με τον πλούτο, τόσο και η Κεφαλονιά, όπως και άλλες περιοχές, παραπαίουν. Έτσι οι άνθρωποι περιμένουν πολλά από την κεντρική εξουσία, από την Αθήνα, ενώ οι ίδιοι κάνουν από ελάχιστα έως τίποτα. Οι προσπάθειες είναι πάντα σε ατομική βάση και σκόρπιες. Ωστόσο έχουν γίνει μερικά ξενοδοχεία, μια δυο περιοχές έχουν αναπτυχθεί. Ας πούμε το Φισκάρδο έχει αναπτυχθεί όχι όμως όπως θα το ήθελε κανείς, ενώ η Σκάλα έχει αναπτυχθεί σχετικά καλά κατά τη γνώμη μου. Αλλά είναι μεμονωμένα περιστατικά. Τα υπόλοιπα έως και οπισθοδρομούν, για παράδειγμα, σήμερα δεν μπορείς να φας καλά στην Κεφαλονιά, τρως από μέτρια έως και άθλια.

-Αυτό μήπως θα ήταν μια ευκαιρία για να κάνει κάποιος κάτι καλό γευστικά στο νησί;

Οι Κεφαλονίτες φαίνεται ότι εμποδίζουν ακόμα και τους συμπατριώτες τους της Αθήνας να έρθουν και να κάνουν δουλειές. Ορισμένες περιοχές εξάλλου αναπτύχθηκαν, επειδή μπολιάστηκαν και με αυτούς που ήρθαν απέξω. Στην Κεφαλονιά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Όλα κινούνται εκ των ένδο: αυτοί που είναι εγκατεστημένοι στην Κεφαλονιά κινούν όλα τα νήματα και δεν υπάρχει καν το γηγενές που έρχεται απέξω. Βλέποντας αυτά, κατέληξα ότι δεν θα πρέπει να επεκταθώ στην Κεφαλονιά σε αυτά που έκανα.

Επεκταθήκαμε λοιπόν σε Κυκλάδες, Ιόνιο και Αργοσαρωνικό. Σε αυτή τη δραστηριότητα της εταιρείας δεν έχουμε λόγο να πρωτοπορήσουμε, απλώς ακολουθούμε. Βλέπουμε πού υπάρχει ενδιαφέρον και εκεί προσπαθούμε να αναπτυχθούμε. Έτσι επιλέγουμε σπίτια και τα νοικιάζουμε στους ξένους. Είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά ωστόσο. Είναι τρίτη χρονιά φέτος και δεν μπορώ να πω ότι έχουμε απογειωθεί, όμως η προσπάθεια συνεχίζεται αμείωτη.

-Ποιος σας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση από τους σημαντικούς ανθρώπους που γνωρίσατε;

Ως διπλωμάτης ήρθα σε επαφή με αρκετούς επιφανείς. Δεν σου δίδεται όμως η ευκαιρία να τους συναστραφείς, ώστε να έχεις μια πιο κατασταλαγμένη άποψη. Απλώς τους έχεις δει λίγο περισσότερο από έναν κοινό θνητό. Αυτό που μπορώ να πω ως διπλωμάτης είναι ότι με έχουν απογοητεύσει οι πλείστοι των Ελλήνων, αρχίζοντας από τους πολιτικούς, οι οποίοι βρέθηκαν στο εξωτερικό. Το ειδικό βάρος πολλών Ελλήνων επωνύμων του εσωτερικού καταβαραθρώνεται στο εξωτερικό. Είναι εντυπωσιακό πόσο λίγοι είναι οι πλείστοι των Ελλήνων που περιφέρονται εδώ και δημιουργούν την αίσθηση ότι έχουν ιδιαίτερο ειδικό βάρος. Στο εξωτερικό όμως χάνονται και αυτό νομίζω ότι είναι η σημαντικότερή μου εμπειρία: λίγες φορές δηλαδή αισθάνθηκα υπερήφανος έχοντας κάποιο σημαντικό όνομα εξ Ελλάδος ως επισκέπτη του εξωτερικού. Σε μία περίπτωση αισθάνθηκα ότι η Ελλάδα είχε βάρος, υπόσταση, παρουςσία. Ήταν η επίσημη επίσκεψη του προέδρου Τσάτσου στη Γαλλία το 1976, όταν εξεφώνησε ομιλία στη Γαλλική Ακαδημία. Εκεί πράγματι ήταν ένας Έλληνας που έλαμψε σε μια υψηλού επιπέδου ομήγηρη.

Μια άλλη ευκαιρία που την προκάλεσα ήταν όταν οργανώσαμε τους Ελληνικούς Μήνες στη Χιλή και τότε ήρθε ο Μίκης Θεοδωράκης. Εκτελέστηκε το Κάντο Χενεράλ και όντως η εμφάνισή του ήταν αξιομνημόνευτη και σαν προσωπικότητα, όταν μιλούσε κυρίως για την τέχνη μου έκανε εντύπωση.   


Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση