Είχαμε φτάσει να λέμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι αυτή η γωνία της Διοχάρους και της Ουμπλιανής θέλει ευχέλαιο: πρώτα το CTC, έπειτα το Seeds, ο χώρος έμοιαζε να βάζει δύσκολα κι ένα σωρό τρικλοποδιές σε όσους επιχειρούσαν να στεριώσουν εδώ ένα γαστρονομικό εστιατόριο. Προχθές, πάντως, που πέρασα την πόρτα του φρεσκομισελενάτου Seeds, χάρηκα με την ψυχή μου. Ήταν Σάββατο βράδυ, τα τραπέζια γεμάτα και η χαρά των ανθρώπων του φαινόταν από την υποδοχή μέχρι και την ανοιχτή κουζίνα. Σχεδόν τέσσερα χρόνια πάλεψε ο Δήμος Σαμουράκης για να φτάσει σε αυτή τη στιγμή, με μεγάλη επιμονή και πίστη στη μαγειρική του, μέσα σε συνθήκες που συχνά έκαναν ακόμη και την επιβίωση του εστιατορίου δύσκολη υπόθεση. Και να που το πρώτο αστέρι από τον Michelin Guide, πριν από λίγες μέρες, έφερε σχεδόν αμέσως κόσμο στα τραπέζια του. Κοιτούσα γύρω μου και σκεφτόμουν πόσο το άξιζαν αυτό το βράδυ ο ίδιος και η ομάδα του. Πόσο ωραίο είναι να βλέπεις ένα γαστρονομικό εστιατόριο στην Αθήνα του 2026 να σφύζει από ζωή, με τους ανθρώπους που το δουλεύουν να το χαίρονται εξίσου με εκείνους που ήρθαν να φάνε. Μακάρι να ακολουθήσουν πολλά τέτοια βράδια στην οδό Διοχάρους. Πάμε, όμως, και στο φαγητό.
Είχε περάσει αρκετός καιρός από την προηγούμενη επίσκεψή μου στο Seeds και το δείπνο αυτό μου θύμισε πόσο καλό ήταν ήδη το φαγητό του, άλλωστε ήδη από το 2024 το είχαμε ανεβάσει στα δύο αστέρια FNL. Το πρώτο αστέρι Michelin έρχεται, στα μάτια μου, ως αναγνώριση μιας δουλειάς που ο πολύ ταλαντούχος Δήμος Σαμουράκης είχε φτάσει εδώ και καιρό σε αυτό το επίπεδο. Η μαγειρική του παραμένει φίνα και τα περισσότερα πιάτα προσφέρουν ουσιαστική απόλαυση. Οι επιμέρους παρατηρήσεις μου αφορούν κυρίως τις υφές σε δύο καλωσορίσματα που δεν του βγήκαν γιατί ήθελαν περισσότερη ακρίβεια, και τη σάλτσα στο κατά τα άλλα γευστικότατο wagyu: το έντονο κατέβασμά της είχε συμπυκνώσει υπερβολικά τη γεύση της, στερώντας από το πιάτο πόντους από τη φινέτσα του.

Για δύο πιάτα, μάλιστα, βγάζω το καπέλο στον Σαμουράκη. Θα επέστρεφα στο Seeds και μόνο για να τα ξαναφάω. Το πρώτο είναι το καλαμάρι, από τα καλύτερα που έχω δοκιμάσει τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Κρατάει το μισό ωμό, με μια υπέροχα απαλή και βουτυρένια υφή, και καψαλίζει ελαφρά το υπόλοιπο στη σχάρα, ίσα να πάρει μια μυρωδιά καπνού. Η σάλτσα από φύλλα σκόρδου τού πηγαίνει θαυμάσια: η φρεσκάδα της και το ήπιο πικάντικο στοιχείο της δίνουν όσο νεύρο χρειάζεται η λεπτή γεύση του καλαμαριού. Πολύ ωραία δουλειά σε ένα υλικό που θέλει χέρι για να το φτάσεις σε τέτοιο επίπεδο. Το δεύτερο είναι, ασφαλώς, η κολοκύθα, που εξακολουθεί να με ξεσηκώνει με τη γεύση της. Όσα έγραφα στην προηγούμενη κριτική μου ισχύουν λέξη προς λέξη: «Κι αυτό που έχει καταφέρει με τον πουρέ κολοκύθας που ντύνει με ψητούς κολοκυθόσπορους και περιχύνει με μια ηλεκτρισμένη σάλτσα με μελάσα, βαλσάμικο και τρούφα είναι εκπληκτικό, ισορροπώντας άψογα μια μαλακή και μια τραγανή υφή, μια υψηλή οξύτητα με μια φυσική γλύκα».
Τα επιδόρπια στο Seeds υπογράφει ο Γιώργος Πλατινός και το φουντούκι που έρχεται λίγο πριν από το φινάλε έχει το επίπεδο που περιμένω από την υπογραφή του. Χάρηκα τις ωραία δουλεμένες υφές του και, κυρίως, το πόσο ανάλαφρο ήταν σε αυτό το σημείο του μενού. Η λίστα κρασιών έχει εμπλουτιστεί αισθητά σε σχέση με το παρελθόν, με πολλές ωραίες επιλογές. Με το μενού αξίζει να δοκιμάσετε το pairing, καθώς αρκετά από τα κρασιά δένουν εξαιρετικά με τα πιάτα.
Το Seeds είναι, για μένα, από τα πιο αξιόλογα fine dining εστιατόρια της Αθήνας. Ο Δήμος Σαμουράκης έχει δουλέψει πολύ γι’ αυτό που θα βρείτε στο τραπέζι σας και χαίρομαι που περισσότεροι άνθρωποι έχουν πια τη διάθεση να γνωρίσουν τη μαγειρική του. Ύστερα από σχεδόν τέσσερα δύσκολα χρόνια, φαντάζομαι πόση δύναμη δίνει στον ίδιο και στην ομάδα του αυτή η ανταπόκριση. Προσωπικά, περιμένω πολλά από τη συνέχεια. Θέλω να δω πώς θα εξελιχθεί η κουζίνα του τώρα που το εστιατόριο αρχίζει να βρίσκει το κοινό του, πόσο θα τον ενθαρρύνει αυτό να προχωρήσει τις ιδέες του. Το καλαμάρι και η κολοκύθα και το φουντούκι δείχνουν πολύ καθαρά μέχρι πόσο μακριά μπορεί να φτάσει και θα ήταν κρίμα να μην το κάνει εδώ που τα λέμε.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση