Μπροστά στην Πλατεία 28ης Οκτωβρίου, στα Βριλήσσια, ο Καλοφαγάς μετρά περισσότερα από πενήντα χρόνια ζωής. Η ιστορία του ξεκινά από τη γιαγιά της οικογένειας, την οποία οι κάτοικοι της περιοχής αποκαλούσαν «Κοτσιδού», δίνοντας άτυπα το ίδιο όνομα και στην ταβέρνα που διατηρούσε. Σήμερα, η τρίτη γενιά κατέχει τα ηνία της επιχείρησης και ο Παναγιώτης Σολδάτος, ο οποίος έχει τη γενική επιμέλεια της κουζίνας, αποφάσισε στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας να ανακαινίσει τον χώρο και να μετατρέψει την παλιά ταβέρνα σε ένα σύγχρονο steakhouse.

Είναι βράδυ Πέμπτης και ο Καλοφαγάς έχει ήδη αρκετό κόσμο. Στα τραπέζια κάθονται άνθρωποι που φαίνεται να έχουν έρθει μετά τη δουλειά για φαγητό και ένα ποτήρι κρασί, νεαρά στιλάτα ζευγάρια και παρέες που καταλαβαίνω ότι έχουν έρθει και από άλλες περιοχές της Αθήνας. Είναι εμφανές ότι το εστιατόριο έχει ξεπεράσει τα όρια της γειτονιάς, χωρίς να έχει χάσει τους ανθρώπους που το γνωρίζουν εδώ και χρόνια.
Από τα ηχεία ακούγεται lounge jazz, μια ασφαλής επιλογή που στην αρχή δίνει έναν ευγενικό τόνο στην ατμόσφαιρα αλλά όσο περνάει η ώρα και το εστιατόριο γεμίζει, η μουσική χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά πίσω από τη βουή των συζητήσεων.
Η λίστα κρασιών είναι σχετικά μικρή αλλά προσεγμένη, με έμφαση στα ερυθρά ελληνικού και διεθνούς αμπελώνα. Δίπλα σε προσιτές φιάλες υπάρχουν ετικέτες όπως το Barolo του Gaja και το Clos d’ Ora του GerardBertrand, ενώ αρκετά κρασιά προσφέρονται και σε ποτήρι.
Στην κουζίνα βρίσκεται ο Θανάσης Χαντζής και ο Άκης Παναγιωτόπουλος, με τον δεύτερο να επιμελείται και τα επιδόρπια, τα οποία έμελλε να αποτελέσουν μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της βραδιάς. Ο Στέλιος Ανεμογιάννης, generalmanagerτου εστιατορίου μου εξηγεί ότι βασική επιθυμία της ομάδας είναι να διατηρήσει αρκετές από τις απλές, παραδοσιακές συνταγές με τις οποίες έγινε γνωστό το μαγαζί, αποφεύγοντας προσθήκες απλά και μόνο για λόγους εντυπωσιασμού.

Από την αρχή μπαίνουμε κατευθείαν στο νόημα. Ψωμί καψαλισμένο στη σχάρα και ένα πιάτο με ραδίκια, σωστά βρασμένα με ωραία πικράδα, ιδανικό συνοδευτικό για τα κρέατα που πρόκειται να ακολουθήσουν.
Πρώτη και πιο σύνθετη παρασκευή είναι το Μπεγιεντί, μια ελεύθερη προσέγγιση του γνωστού Χιουνκιάρ Μπεγιεντί, με μπεσαμέλ, καπνιστή μελιτζάνα και σιγομαγειρεμένο κιμά αγριογούρουνου. Η ιδέα έχει πολύ ενδιαφέρον και στις μπουκιές που όλα τα στοιχεία συνυπάρχουν, το αποτέλεσμα είναι νοστιμότατο. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος του πιάτου, η μπεσαμέλ έχει έντονη παρουσία με τη μελιτζάνα και τον κιμά να περνάνε σε δεύτερο και τρίτο ρόλο. Σίγουρα θα ήθελα να γίνονται περισσότερο αντιληπτά.
Ακολουθεί μοσχαρίσιο ταρτάρ, σερβιρισμένο πάνω σε κόκαλο μαζί με το μεδούλι του. Σωστή σκέψη για την ισορροπία της λιπαρότητας του μεδουλιού με την οξύτητα από το ταρτάρ αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση οι οξύτητες του ταρτάρ είναι τόσο ανεβασμένες που καλύπτουν εντελώς τη γεύση του κρέατος, αφαιρώντας τελικά το βασικό υλικό από τον ρόλο του.
Σ’ ένα εστιατόριο που στηρίζεται στην κρεατοφαγία, οι τηγανιτές πατάτες έχουν μεγάλη σημασία και εδώ είναι φρέσκες, τραγανές και γενικά ακριβώς όπως πρέπει. Για τα κρέατα, ακολουθώ τον κανόνα που εφαρμόζω συνήθως στα steakhouse. Επιλέγω ένα κομμάτι ελληνικής προέλευσης και ένα εισαγωγής ώστε να έχω ένα πρώτο μέτρο σύγκρισης. Στο τραπέζι φτάνει ένα φιλέτο εξ Αμερικής και μια σπαλομπριζόλα από την περιοχή του Μπράλου.

Το φιλέτο είναι εντυπωσιακό σε υφή και ψήσιμο, όμως η σπαλομπριζόλα είναι αυτή που κλέβει την παράσταση. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα κομμάτια κρέατος που έχω δοκιμάσει τους τελευταίους μήνες. Εξωτερικά έχει άρτια καραμέλωση από τη σχάρα ενώ το εσωτερικό της, ψημένο medium rare, παραμένει μαλακό και βουτυράτο. Η ποιότητα της πρώτης ύλης είναι ξεκάθαρη αλλά ο τρόπος που τη διαχειρίστηκε η κουζίνα είναι ιδανικός.
Μαζί με τα κρέατα δοκιμάζουμε μια σάλτσα πιπεριού και ένα chimichurri με φιστίκι. Η πρώτη είναι πολύ καλή, με την απαραίτητη ένταση αλλά στο chimichurri αντίθετα, η προσθήκη του φιστικιού δεν θεωρώ ότι λειτουργεί καλά σε συνδυασμό με το κρέας. Στο τραπέζι φτάνουν ακόμα έξι διαφορετικά είδη αλατιού, δίνοντας μας έτσι την ευκαιρία να δοκιμάσουμε μικρές γευστικές διαφοροποιήσεις πάνω σε κάθε κομμάτι.
Ο κατάλογος έχει αρκετές ακόμη επιλογές που δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν σε μία μόνο επίσκεψη. Στο διπλανό τραπέζι βλέπω φρυγαδέλι και το ζηλεύω, ενώ στη λίστα όσων θέλω να δοκιμάσω στο μέλλον προσθέτω το βουτυράτο καλαμπόκι, τα σκουφιχτά με μοσχαρίσια ουρά και το τυροπιτάρι με το χειροποίητο φύλλο.
Εκεί που νομίζω ότι το γεύμα θα κλείσει με κάποιο αναμενόμενο επιδόρπιο κρεατοφαγικού εστιατορίου, φτάνουν στο τραπέζι τρεις πολύ εντυπωσιακές παρασκευές. Δύο κανόλι τυλιγμένα με φύλλο κανταΐφι, με κρέμα και πραλίνα φιστικιού, ένα cheesecake με bitter σοκολάτα και μια αέρινη μους καφέ με λευκή σοκολάτα. Και τα τρία είναι νοστιμότατα, με καθαρές γεύσεις και σωστές υφές που ανεβάζουν αισθητά το επίπεδο της συνολικής εμπειρίας.
Ο Καλοφαγάς διαθέτει πολύ καλή πρώτη ύλη, μαεστρία στο ψήσιμο και μια ομάδα στην κουζίνα που μπορεί να υποστηρίξει το concept του. Για μένα, υπάρχει μια μικρή ασάφεια σε κάποιες παρασκευές η οποία εντοπίζεται διακριτικά και στην ατμόσφαιρα του χώρου. Η παραδοσιακή καρέκλα στο τραπέζι λειτουργεί σαν αναφορά στο παρελθόν, όμως η ανοιχτή κουζίνα και ο υπόλοιπος σχεδιασμός ακολουθούν την αισθητική ενός σύγχρονου steakhouse. Οι δυο πλευρές συνυπάρχουν αλλά κατά τη γνώμη μου δεν επικοινωνούν αρμονικά μεταξύ τους. Και η αλήθεια είναι ότι από ένα εστιατόριο με τόσα χρόνια ιστορίας αναζητούσα πιο έντονη προσωπικότητα.
Παρόλα αυτά, τα εξαιρετικά κρέατα, το σωστό ψήσιμο και τα απρόσμενα καλά επιδόρπια είναι ισχυροί λόγοι για να επιστρέψει κανείς. Την επόμενη φορά, εγώ τουλάχιστον, θα πρέπει να βρω οπωσδήποτε χώρο και για εκείνο το φρυγαδέλι.
Info: Παλαιών Πατρών Γερμανού 1, Βριλήσσια, τηλ: 210 8040380, Τιμή: €40-60
Φωτογραφίες: Σάββας Στανής

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση