Γιατί κάθε χρόνο καταστρέφονται τόσα είδη πολυτελείας;

16 Μαρτίου 2026
Στέλιος Πενταρβάνης
Η καταστροφή απούλητων και πανάκριβων προϊόντων είναι στις μέρες μας μια συνηθισμένη, αν και αμφιλεγόμενη πρακτική στο χώρο της μόδας και των ειδών πολυτελείας. Ακούγεται παράλογο να καίγονται ή να τεμαχίζονται ολοκαίνουργια τόσα ακριβά προϊόντα, καθώς οι εταιρείες το πράττουν για στρατηγικούς λόγους που συνδέονται με την αξία της μάρκας τους.
  • ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΤΟΣΑ ΕΙΔΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ; | Θέματα

Πρόκειται για μια διαδικασία εξαιρετικά αξιοπρόσεκτη που αγγίζει για πολλούς, σχεδόν τα όρια της ανηθικότητας, καθώς στηρίζεται μεν στην προστασία από τη «Γκρίζα Αγορά» και τις πολλές, αναρίθμητες απομιμήσεις, αλλά παράλληλα και τη διατήρηση των υψηλών τιμών τους στην αγορά. Η διάθεση απούλητων προϊόντων σε τρίτους, όπως για παράδειγμα μέσω των εκπτωτικών καταστημάτων, θα μπορούσε όπως δείχνουν οι έρευνες, να οδηγήσει σε μια ανεξέλεγκτη διανομή, όμως, επιπλέον, η καταστροφή τους αποτρέπει στο να καταλήξουν τα γνήσια προϊόντα σε χέρια παραχαρακτών καθώς θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν ως πρότυπα για απομιμήσεις.  Σε ορισμένες χώρες, η καταστροφή των απούλητων ειδών επιτρέπει στις εταιρείες να διεκδικήσουν κέρδος με την επιστροφή του φόρου ή να δηλώσουν τα εμπορεύματα ως λογιστική ζημία, γεγονός που τα καθιστά περισσότερο ενδιαφέροντα οικονομικά από την ή την πώλησή τους μέσω εκπτωτικών καταστημάτων. Η αποθήκευση χιλιάδων προϊόντων για μεγάλο χρονικό διάστημα, σαφώς κοστίζει και βέβαια αν τα προϊόντα θεωρούνται ξεπερασμένα λόγω της ευμετάβλητης αγοράς της μόδας ανά σεζόν , η καταστροφή τους είναι, για τις εταιρείες, είναι δυστυχώς ίσως η πιο συμφέρουσα λύση.

Μεγάλα brands αντιμετώπισαν έντονη κοινωνική κριτική για τέτοιου είδους πρακτικές

Πολλές εταιρείες έχουν κατηγορηθεί για παρόμοιες πρακτικές, μεταξύ αυτών η Burberry, καθώς πριν από λίγα χρόνια, αποκάλυψε ότι κατέστρεψε προϊόντα αξίας άνω των 28 εκατομμυρίων λιρών σε ένα έτος, απλά για να προστατεύσει το εμπορικό σήμα της, και μετά από παγκόσμια κατακραυγή, δεσμεύτηκε να σταματήσει αυτή τη διαδικασία. Ο κολοσσός των ειδών πολυτελείας LVMH είναι επίσης γνωστό ότι καταστρέφει αποθέματα, καθώς οι τσάντες και τα αξεσουάρ του, δεν συμμετέχουν συνήθως σε εκπτώσεις, προκειμένου να διατηρηθεί η υψηλή τους αξία. Αντίστοιχες κατηγορίες έχουν ακουστεί για την Gucci αλλά, ακόμα και την Apple. Στο παρελθόν μάλιστα, έχει αναφερθεί και η καταστροφή ρολογιών, αξίας πολλών εκατομμυρίων, απλά για να πέσουν οι τιμές στη δευτερογενή αγορά. Εκτός όμως από τον χώρο της πολυτέλειας, οι fast fashion εταιρείες όπως η H&M έχουν βρεθεί επίσης στο στόχαστρο. Έρευνες έδειξαν ότι καίγονται τόνοι αδιάθετων ρούχων (συχνά επικαλούμενοι προβλήματα ποιότητας ή ασφάλειας), με τις δηλώσεις από τα brands να κάνουν λόγο απλά για προβληματικές παραγωγές. Ακόμα και σημαντικά και η Chanel, κατηγορήθηκε για αντίστοιχες πρακτικές στην προσπάθεια της να αποφύγει μια καταγεγραμμένη μείωση στις πωλήσεις της ή να διαθέσει τα προϊόντα της σε χαμηλότερες τιμές. Η διάθεση απούλητων ειδών σε χαμηλές τιμές στα εκπτωτικά καταστήματα, θεωρείται ότι «υποβαθμίζει» τα προϊόντα πολυτελείας, αν και τέτοιου είδους outlets λειτουργούν σε πολλά σημεία ανά τον κόσμο. Καθώς η σπανιότητα και οι υψηλές τιμές είναι η πηγή της δύναμής τους, τα συγκεκριμένα προϊόντα όταν γίνουν ευκόλως προσβάσιμα, θεωρείται ότι  χάνουν την αύρα της πολυτέλειας τους. Η καταστροφή εμποδίζει επίσης τα brands να καταλήξουν σε μη εξουσιοδοτημένα κανάλια πώλησης, όπου η αυθεντικότητα και η παρουσίασή τους δεν μπορούν να ελεγχθούν από τον οίκο.


Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει πλέον την καταστροφή απούλητων προϊόντων

Παρόλα ταύτα, η υποχρεωτική διαφάνεια που στις μέρες μας υποχρεωτικά οφείλει να χαρακτηρίζει τις μεγάλες εταιρείες, απαγορεύει την καταστροφή και αναγκάζει τους μεγάλους οίκους μόδας, να επινοούν διαφορετικούς τρόπους καταστροφής, όπως της ανακύκλωσης ακόμα και πρόσφατων κομματιών. Αν και η  πρακτική της καταστροφής συνεχίζει να είναι ευρέως διαδεδομένη,  έχει προκαλέσει στις μέρες μας έντονες αντιδράσεις λόγω της τεράστιας περιβαλλοντικής επιβάρυνσης (εκπομπές CO2 από την καύση, μικροπλαστικά, σπατάλη πρώτων υλών). Και, λόγω αυτών των πιέσεων, πολλές εταιρείες πλέον ανακοινώνουν στις μέρες μας ότι σταματούν την καταστροφή παλαιότερων συλλογών τους στρεφόμενες στην ανακύκλωση, τη δωρεά ή την επαναχρησιμοποίηση υλικών από προηγούμενες συλλογές. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πια θεσπίσει κανόνες που από τον Ιούλιο του 2026 ξεκάθαρα απαγορεύουν στις μεγάλες εταιρείες την καταστροφή απούλητων προϊόντων, με στόχο να σταματήσει αυτή η σπατάλη αλλά και περιβαλλοντική επιβάρυνση, ενώ μέχρι το 2030 η απαγόρευση θα επεκταθεί και στις μεσαίου μεγέθους εταιρείες. Αντί της καύσης, τα brands καλούνται από την Ευρωπαϊκή ένωση, να ανακυκλώνουν, να επαναχρησιμοποιούν, να δωρίζουν ή να πωλούν τα αζήτητα προϊόντα τους, σε άλλες τιμές. Η καταστροφή θα επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως λόγοι ασφαλείας ή ελαττωματικά προϊόντα, που όμως θα πρέπει να τεκμηριώνονται με αποδείξεις. Είναι σαφές, ότι νέα νομοθεσία της ΕΕ μετατρέπει την καταστροφή των αποθεμάτων, από μια «κανονική» εμπορική πρακτική σε περιβαλλοντική ευθύνη, αναγκάζοντας τις εταιρείες, να αναθεωρήσουν γενικότερα τη διαχείριση των εμπορευμάτων τους. 

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση