Nightoutστο κέντρο της πόλης. Έχω βάλει τη διεύθυνση, έχοντας ξεχάσει για ακόμα φορά ποια ακριβώς είναι η οδός Αθηναΐδος. Και πως να τη θυμηθεί κανείς αφού ξεκινάει από το Σύνταγμα ως Καραγεώργη της Σερβίας, συνεχίζει ως Περικλέους και ακριβώς στην πλατεία και μέχρι την Αιόλου, γίνεται Αθηναΐδος, καταλήγοντας στην Αθηνάς ως οδός Αγίας Ειρήνης; Ευτυχώς που έχω γεννηθεί σ’ αυτή την πόλη.
Κατεβαίνω από το ταξί ακριβώς στο απέναντι πεζοδρόμιο στο ύψος του ιερού της Αγίας Ειρήνης και, όπως αναζητώ τον αριθμό 10, η παλιά ταμπέλα στη μεταλλική μαρκίζα της εισόδου του εστιατορίου με την επιγραφή «Κ. Συμεωνίδης Α.Ε.», μου θυμίζει πως στον ίδιο χώρο, πριν από 15 περίπου χρόνια, βρισκόταν το Osterman, ένα bistrot– με σεφ στην κουζίνα τον Σταύρο Κουστένη και bartender τον Γιάννη Κοροβέση. Πόσο παρελθόν φαντάζουν πια όλα αυτά! Στέκομαι μερικά δευτερόλεπτα ακόμα στο δρόμο, παρατηρώντας την μεταμορφωτική αποκατάσταση του κτιρίου*.
Όντας πια μέσα στη σάλα διαπιστώνω
ότι οι περίτεχνες λεπτομέρειες του χώρου, προβάλλονται πια έτσι ώστε το
νεοκλασικό ύφος του κτιρίου να παντρεύεται με τα σύγχρονα στοιχεία του (μοντέρνα
φωτιστικά, καρέκλες με βιεννέζικες ψάθινες πλάτες, τραπέζια με λευκά
τραπεζομάντιλα και καναπέδες που πίσω τους υψώνονται, ως διαχωριστικό, καταπράσινες
δράκαινες με μυτερά λογχοειδή φύλλα). Διατηρήθηκαν, ευτυχώς, αφού
επισκευάστηκαν και γυαλίστηκαν, τα υπέροχα παλιά πλακάκια του αρχικού πατώματος
και τα ζωγραφιστά ταβάνια της ψηλοτάβανης σάλας που δίνει μια αίσθηση ελευθερίας.
Στο βάθος της, στην ορατή πίσω από τη τζαμαρία, κουζίνα διακρίνω τον Χρήστο
Σιδηρόπουλο με την ομάδα του – ναι, του σεφ του Agora, του εστιατορίου του
ξενοδοχείου The Old Markets, στη Σύμη – για τον οποίο σας έχω μιλήσει ξανά, το καλοκαίρι που πέρασε.
Είπαμε ότι είναι προτιμότερο να επιλέξουμε το μεγαλύτερο από τα δύο μενού γευσιγνωσίας (6 σταδίων: €70/ άτομο και ένα 9 σταδίων: €90/ άτομο), για να έχουμε μια πιο σφαιρική εικόνα της κουζίνας που προτείνει εδώ ο σεφ.
Λίγα λεπτά αργότερα φθάνουν στο τραπέζι μας τρία mises en bouche: το απίστευτης νοστιμιάς ταρτάκι «caesar’s salad», με μπρόκολο και κοτόπουλο, ένα beignet -σπανακόπιτα και μια υπερ-τραγανή ταρτελέτα με κρέμα φέτας, ανθό αλατιού και μέλι. Ακολουθεί ένα προζυμένιο ψωμί (το «εκτρέφει», μαθαίνουμε, ο σεφ) κι ένα με χαρούπι, που συνοδεύονται από ταραμά, όξινο πελτέ αρωματισμένο με εσπεριδοειδή και εικονικές ελιές με περίβλημα από βούτυρο κακάο που στο εσωτερικό τους κρύβεται μια κρέμα-μπριάμ. Αν αραδιάζω όλες αυτές τις λεπτομέρειες είναι για να εξηγήσω πως ο Χρήστος Σιδηρόπουλος έχει καταφέρει να «φορτώσει» το αρχείο της προσωπικής μνήμης συρρικνώνοντας την σε αυτές τις «τερψιλαρύγγιες μπουκίτσες» του καλωσορίσματός του: σπανακόπιτα, πελτές αλειμμένος σε ζυμωτό ψωμί, μπριάμ και ταραμοσαλάτα όλα σε ένα.
Στο επόμενο στάδιο, στο
γευστικότατο ημίπαστο μαγιάτικo- sashimi, μου άρεσε που ο σεφ δεν περιορίστηκε
από τα «αρωματικά σύνορα» της χώρας και συνδύασε το ψάρι με harissa και ένα
dressing -ταχίνι και καπνιστή μαγιονέζα. Αν «ακουγόταν» περισσότερο η χαρίσα
δεν θα ήταν απλά νόστιμο, θα ήταν τέλειο. Το μοσχάρι ταρτάρ ωραία κομμένο και
πολύ «ορθόδοξο» με κρόκο αυγού, ανακατεύτηκε μουστάρδα Dijon, καπνιστό
ελαιόλαδο ψιλοκομμένα αγγουράκια τουρσί και κάπαρη. Όσο για την τσιπούρα-πρασοσέλινο
με αχλάδι, αφενός εκτίμησα πολύ το άψογο ψήσιμο της και αφετέρου το συνδυασμό
της: Ήρθε πάνω σε μια σαλάτα από φύλλα σέλινου-σέλερι κονφί, με μικροσκοπικά
κυβάκια (mirepoix) αχλαδιού και μαγειρεμένα πράσα. Το ψάρι ημέρας (φαγκρί) με
σάλτσα μπουγιαμπέσα, ζελ μαύρης ελιάς ήρθε σκεπασμένο από ένα «ψαθάκι»
(paillason) τηγανητής πατάτας.
Τα ζυμαρικά cappelletti με άγρια μανιτάρια (κομμένα σε duxelles) συνοδεύονταν από μια ανάλαφρη μπεσαμέλ με γραβιέρα Νάξου, μπορεί να συνδυαστεί, προαιρετικά, για όποιον την επιλέξει και με φρέσκια τρούφα (+12 €). Τελευταίο αλμυρό πιάτο ήταν το μοσχάρι φιλέτο με τη σάλτσα του και μια τερίνα από γκλασαρισμένα καρότα με σπετσερικό και πουρέ καρότο με σιγομαγειρεμένα κρεμμύδια με κύμινο. Καθώς το «ταξίδι» μας πλησίαζε στο τέλος του άρχισα να σκέφτομαι πως τελικά ο σεφ έδεσε τις επιρροές του από πολλές μαγειρικές κουλτούρες, σε ένα ελληνικότατο αφήγημα. Πιθανόν κάποιοι που γνωρίζουν το εστιατόριο του ξενοδοχείου Savoy’s Restaurant 1890 by Gordon Ramsay, φημίζεται για τα εποχιακά μενού γευσιγνωσίας με τα καλύτερα βρετανικά προϊόντα και την ακρίβεια των γαλλικών τεχνικών του, ίσως βρουν κοινά στοιχεία στο concept τους, κάτι που κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καθόλου κακό – ή μάλλον είναι απόλυτα τιμητικό.
Το γλυκό φινάλε της ταλαντούχου cheffe-pâtissière Βάσω Γιαμουρά άρχισε μ’ ένα pré-dessert, ένα παγωτό από αμύγδαλο και Amaretto, με κρέμα-γιαούρτι και πέστο από μυρώνια και λάδι βασιλικού και toasted milk powder, ενώ το επιδόρπιο της ήταν ένα ανατρεπτικό αλλά και baba au rhum με φράουλες, λάιμ και κρέμα. Ταυτόχρονα πλούσιο και φρέσκο. Την ώρα του καφέ μας έφερε τρία mignardises: ξεχώρισα το cannelé της με βανίλια, αλλά εκτίμησα και το «τρουφάκι» λευκής σοκολάτας που ήρθε πάνω σε ένα στρωματάκι από κολοκυθόσπορους. Όσο για το σοκολατένιο της, που μου θύμιζε marquise μαύρης σοκολάτας, το έφαγα, χωρίς να το αναλύσω, χωρίς γνήσια chocoholic.
Βέβαια, η συνολική εντύπωση μας δεν θα ήταν η ίδια, αν ο sommelier, Ορφέας Καψάλης, και η ομάδα της σάλας δεν είχαν φροντίσει, με την αποτελεσματικότητα και την ευγένεια τους να μετατρέψουν το δείπνο μας σε γευστική εμπειρία.
*Το πανέμορφο κτίριο,
που στεγάζει σήμερα το εστιατόριο και το Athens 1890-boutique Hotel & Spa,
αποτελεί εξαίρετο δείγμα του αθηναϊκού νεοκλασικισμού του τέλους του 19ου αιώνα,
ενώ σήμερα αποτελεί αρχιτεκτονικό παλίμψηστο που αφηγείται την ιστορία της πόλης.
Αρχικά διατέλεσε κατοικία ενός λόγιου της εποχής εκείνης, του Θεμιστοκλή
Μιχαλόπουλου, γόνου μιας εύπορης οικογένειας (ο πατέρας του ήταν έμπορος
μεταξιού και καταγόταν από τη Σπάρτη και η μητέρα του κόρη ενός αγωνιστή της
Επανάστασης του 1821). Για όσους ενδιαφέρονται να μάθουν για το συγγραφικό του
έργο, μπορεί να αναζητήσει στα παλαιοβιβλιοπωλεία το Νέον Ελληνικόν
Αλφαβητάριον, Αθήνα 1892 και το Περί της
ευρυτέρας διαδόσεως της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και περί παιδεύσεως των
υπερβεβηκότων την σχολικήν ηλικίαν αγραμμάτων, Αθήνα 1905.
Θυμίζω δε ότι η περιοχή αποτελούσε για χρόνια το εμπορικό κέντρο των Αθηνών. Γύρω από την πλατεία Αγίας Ειρήνης και τους παρακείμενους δρόμους υπήρχαν πολλά καταστήματα υφασμάτων. Αλλά και το ισόγειο του κτιρίου και συγκεκριμένα ο χώρος όπου βρίσκεται σήμερα το εστιατόριο, στέγασε για κάποια εποχή το κατάστημα υφασμάτων Συμεωνίδης, όπως μαρτυράει και η πινακίδα πάνω από την είσοδο του 1890 Restaurant, την οποία και διατήρησε το αρχιτεκτονικό γραφείο Micro Team Architects, που ανέλαβε την αποκατάσταση όλου του οικήματος.
- 1890 Restaurant
- Τηλέφωνο: (+30) 2103240603
- Διεύθυνση: Αθηναΐδος 10, πλατεία Αγίας Ειρήνης, , Αθήνα
- Ιστοσελίδα: www.ariahotels.gr/wine-dine/1890-restaurant/
- Ανοιχτά: καθημερινά μεσημέρι-βράδυ
- Τιμή ανά άτομο (€)*: 100-140
- * οι τιμές υπολογίζονται κατ' άτομο με πρώτο, κύριο και γλυκό συν κουβέρ, νερό αλλά και μισό μπουκάλι κρασί ή μια μπύρα ανάλογα και το στιλ του εστιατορίου κάνουμε δηλαδή μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε το πραγματικό κόστος ενός πλήρους γεύματος
- 0 - 4
- Κακό
- 4.5 - 5
- Μέτριο
- 5.5
- Αποδεκτό
- 6 - 6.5
- Καλό
- 7 - 7.5
- Πολύ Καλό
- 8 - 8.5
- Εξαιρετικό
- 9 - 10
- Άριστο
| 0 - 4 | 4.5 - 5 | 5.5 | 6 - 6.5 | 7 - 7.5 | 8 - 8.5 | 9 - 10 |
| Κακό | Μέτριο | Αποδεκτό | Καλό | Πολύ Καλό | Εξαιρετικό | Άριστο |
| *«βελάκι-σύμβολο»: το βελάκι προς τα πάνω, δεξιά από τον βαθμό, αν εμφανίζεται, συμβολίζει εστιατόριο που είναι κοντά στο να ανέβει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι. | ||||||

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση