Είναι απόλυτα σαφές: αυτό το έργο δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Δεν ενδιαφέρεται για κρίσεις ή συγκρίσεις. Χαράζει το στίγμα του και μένει.
Η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη λειτουργεί σαν εσωτερικός παλμός. Δεν συνοδεύει τη σκηνή — τη διαπερνά. Είναι σκοτεινή, τελετουργική, σχεδόν σωματική. Τη νιώθεις πριν την ακούσεις. Κουβαλά πένθος, απώλεια, μνήμη, αλλά και μια βαθιά, σιωπηλή τρυφερότητα. Δεν προσπαθεί να συγκινήσει. Το καταφέρνει αβίαστα. Εισχωρεί μέσα σου από το πρώτο λεπτό και, όταν το έργο ολοκληρώνεται, σε αφήνει «κενό», μέσα στην πιο εκκωφαντική παύση που έχει βιώσει άνθρωπος ποτέ.
Η σκηνική γλώσσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου παραμένει λιτή, ακριβής, απόλυτα ουσιαστική. Εικόνες που δεν χρειάζονται εξήγηση. Εύπλαστα σώματα που δεν αφηγούνται ιστορίες, αλλά καταστάσεις. Κινήσεις που αφορούν περισσότερο τη μνήμη, εικόνες, καταστάσεις. Και εσύ, ως θεατής, έχεις τον χώρο να νιώσεις ό,τι — όσο — αντέχεις.
Η παρουσία του Θεόδωρου Κουρεντζή προσθέτει μια ένταση σχεδόν ηλεκτρική. Κάτι συμβαίνει τώρα, μόνο εδώ, μόνο αυτή τη στιγμή. Είσαι μάρτυρας. Μια απόλυτα βιωματική εμπειρία.
Αυτή η σπάνια συνύπαρξη τριών τεράστιων συντελεστών: Δημήτρης Παπαϊωάννου, Γιώργος Κουμεντάκης, Θεόδωρος Κουρεντζής. Τρεις αυτόνομοι κόσμοι συμπυκνώνονται σε έναν κοινό πυρήνα. Όχι ως «συνεργασία», αλλά ως μια στιγμή απόλυτης σύμπτωσης — αισθητικής, χρόνου και ανάγκης. Κάτι που δεν μπορείς να επαναλάβεις κατά παραγγελία. Κάτι που συμβαίνει όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι επιλέγουν την ίδια στιγμή να εκτεθούν, να σωπάσουν, να αφήσουν το έργο να προηγηθεί του εαυτού τους. Ένας πυρήνας που για χρόνια θα συζητάμε όχι μόνο για το τι ήταν, αλλά και για το πότε συνέβη. Για τη στιγμή που αποφάσισαν πως αυτό το υλικό, αυτή η μνήμη, αυτή η πληγή, ήταν έτοιμη να φανεί. Ίσως, κάποια στιγμή στο μέλλον, μάθουμε περισσότερα.
Και όμως, αυτή η «μαγική εμπειρία» δεν γεννήθηκε τώρα. Ξεκίνησε πριν από χρόνια, από μια πρώτη, σχεδόν υπόγεια συνάντηση. Το 1995, σε έναν βιομηχανικό χώρο στο Νέο Φάληρο, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ζήτησε από τον Γιώργο Κουμεντάκη να συνθέσει ένα ρέκβιεμ — μια μουσική κραυγή για τους φίλους που χάθηκαν, για μια γενιά που έζησε τον έρωτα και την απώλεια ταυτόχρονα. Εκεί γεννήθηκε ο πυρήνας του έργου.
Σήμερα, στο Σταύρος Νιάρχος, αυτός ο πυρήνας επιστρέφει ώριμος, καθαρός, βαθιά ανθρώπινος. Για σαράντα λεπτά, ο χρόνος συμπυκνώνεται. Δεν σκέφτεσαι. Δεν αποσπάσαι. Απλώς είσαι εκεί. Και όταν τελειώνει, δεν υπάρχει άμεσο χειροκρότημα — υπάρχει σιωπή. Αυτή η σιωπή που μένει όταν κάτι αληθινό έχει μόλις ειπωθεί.
Requiem for the End of Love. Σαράντα λεπτά είναι υπέρ-αρκετά για να αφήσουν ένα ισχυρό αποτύπωμα.-

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση