
Για τους παλιούς η Πανόρμου ήταν μια περιοχή αποτελούμενη αποκλειστικά από κατοικίες και κάποιες –μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού- ταβέρνες. Η οικονομική ανάπτυξη όμως της περιοχής, ειδικά την περίοδο του ’90, προετοίμασε το έδαφος για να το μετατρέψει σ’ένα συνοθίλευμα γραφείων, κατοικιών και μικροεπιχειρήσεων.
Πλέον ο δρόμος Αλ. Παυλή θυμίζει κάτι από νησιώτικο σοκάκι. Εκεί που κάνει πασαρέλα ο νεαρόκοσμος, ντόπιος και μη. Με στυλ και attitude. Ελάτε που δεν θυμάστε πώς ήταν τότε που η αυτοπεποίθησή σας ξεχύλιζε και που πουλούσατε μαγκιά άνευ όρων; Τα τελευταία τέσσερα συναπτά έτη λοιπόν διαπιστώνω ότι χειμώνα-καλοκαίρι ο δρόμος σφύζει από ζωή. Σαν κάτι από Ψυρρή στα προίμιά του. Παρκάρω λίγο πιο πάνω. Δεν με πειράζει το περπάτημα. Έχω εκπαιδευτεί στο δωδεκάποντο. Άλλωστε επιζητώ τη ψύχρα της βραδιάς στο εκτεθειμένο μου μπούστο για να νιώσω λίγο αργότερα τη ζεστασιά ενός καλού malt ουσίκι.
Πρώτος σταθμός το Alegria (Αλ. Παυλή 38). Πρόκειται για ένα απ’τα παλαιότερα οικήματα στην περιοχή καθότι παλιότερα ήταν η καλοκαιρινή βερσιόν της ταβέρνας «Επί της Πανόρμου». Ο Άγγελος Αντύπας κι η Σταυρούλα Μαρκοπούλου, οι ιδιοκτήτες, με υποδέχονται με θέρμη. Έχουν αγαπήσει την περιοχή, τους επισκέπτες και τους κατοίκους της. Ο Άγγελος μου αποκαλύπτει ότι παλιότερα είχε επαφή με εκείνους τους γέροντες που έμεναν στα προσφυγικά. Άνθρωποι που εγκατέλειψαν τη Σμύρνη το ’23. Τη θέση τους σήμερα έχουν πάρει τα μπαράκια και τα εφηβικά τα φλέρτ. Στο Alegria ταξιδεύω με τους ροκ και φανκ ήχους του ενώ έχω να επιλέξω ανάμεσα σε μια mainstream κάβα ποτών.
Λίγο πιο πέρα και πάνω απ’το γνωστό Ποτοπωλείο, στον Α’ όροφο, βρίσκεται το Marabou (Πανόρμου 113). Ολίγον ανανεωμένο στη διαρρύθμισή του και σε λίγο καιρό έτοιμο να υποδεχτεί ακόμα και το χειμώνα τους θαμώνες του στην ταράτσα έχει διατηρήσει την εναλλακτική, ροκ αισθητική στο εσωτερικό του. Η ωραιότερη ικανοποίηση για τον Χαράλαμπο Ντίντα, τον ιδιοκτήτη του Marabou, είναι ότι πλέον βλέπει παλιότερους πελάτες να έρχονται και να παίρνουν τα παιδιά τους. Με άλλα λόγια η εμπιστοσύνη του πελάτη στο πρόσωπό του μέσω της επόμενης γενιάς είναι το καλύτερο δώρο για εκείνον. Σε ό,τι αφορά το προσωπικό του δε, ο ίδιος δεν μένει αμέτοχος. Πρωτοστατεί στην εκπαίδευση των bartender κι επιζητά το συνεχές ψάξιμο γεύσεων μέσω σεμιναρίων προκειμένου να δημιουργήσουν και να μεταδώσουν νέες καταναλωτικές συνήθειες στον Έλληνα. Ο συμπαθής μπαρτέντερ εν ονόματι Τάκης ευγενικά μου πασάρει την παραγγελία μου. Με το θράσσος που με διακατέχει τον ρωτάω αν υπήρξε ποτέ κοκτέιλ που να του ζητήθηκε και να μην το ήξερε. Εκείνος ακομπλεξάριστα μου εξομολογείται ότι το banana mama ήταν κάτι που δεν είχε περάσει απ’τα χέρια του. Ως εκ τούτου υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι την επόμενη φορά αυτή θα ήταν η επιλογή μου. Πίνω μια τελευταία γουλιά Appleton, ρούμι 8 ετών και κατευθύνομαι λίγο μακρύτερα.
Στη συμβολή Λογοθετίδη και Κονοπισοπούλου κάνω μια στάση στους Κέλτες της περιοχής. Η μουσική που ακούγεται είναι σίγουρα από τη Σκωτία. Μπαίνω μέσα. Η αυλή με τα παγκάκια θυμίζει κάτι από παραδοσιακή σκωτσέζικη παμπ. Η εξαιρετική ποικιλία σε σκωτσέζικες μπύρες draught και μπουκάλι(Dark Island, Punk Ipa) είναι εμφανής ενώ και τα ουίσκι κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Ο Ρος, ένας ψιλόλιγνος Σκωτσέζος, πρώην παίκτης της εθνικής ομάδας μπάσκετ της Σκωτίας σαγηνεύτηκε από Ελληνίδα (θεά; Τι να σας πω; Δεν μου διευκρίνησε) κι αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα της κρίσης για να φέρει κάτι διαφορετικό στην αθηναϊκή γειτονιά. Ο ίδιος εξηγώντας το εγχείρημά του μου ξεκαθαρίζει απ’την αρχή ότι «η ανάγκη του Έλληνα για κοινωνικοποίηση (sic) δεν θα σταματήσει ποτέ». Μου επισημαίνει δε ότι για να διατηρήσει τα έθιμα και τις παραδόσεις της πατρίδας του οι σερβιτόροι κάθε Παρασκευή και Σάββατο σερβίρουν με την πατροπαράδοτη σκωτσέζικη ενδυμασία κιλτ ενώ κάθε Σάββατο και Κυριακή (12- 4) σερβίρεται το παραδοσιακό σκωτσέζικο πρωινό. (Wee Dram, Κονοπισοπούλου 23- Λογοθετίδη 11).
Το στομάχι μου αρχίζει να γουργουρίζει. Θα μπορούσα να επιλέξω ανάμεσα στη μεγάλη ομολογουμένως ποικιλία σουβλατζίδικων αλλά η περιοχή φημίζεται για τα ταβερνεία της. Η Σουφάλα για παράδειγμα (Λουίζης Ριανκούρ 75-81, 210 6925354) ενδείκνυται για οικογένειες με γρήγορο, μαγειρευτό φαγητό. Κι αν θελήσω, βρε αδερφέ, να βάλω μια πινελιά live μουσικής επιλέγω το πολύ γνωστό Αδιαχώρητο (Δ. Πλακεντίας 120, 210 6990920) για μεζεδάκια κι όχι μόνο. Τα πόδια μου όμως αλλάζουν κατεύθυνση γιατί η επιθυμία μου για κουτούκι είναι αδιαμφισβήτητη. Προς έκπληξή μου το μικροσκοπικό μαγαζί του Φιλήμωνα Μαγγιώρου και του Άλκη Σουμπούλη, το Κουτούκι του 54 (Πανόρμου 54, 213 0279069 - 213 0142311) κρύβει ένα γιγάντιο κατάλογο από πιάτα. Η σπεσιαλιτέ του δεν είναι άλλη απ’το Κεμπάμπ Γιαουρτλού: πέντε μπαστούνια κεμπάμπ, με τηγανητά λαχανικά και φρέσκια πικάντικη σάλτσα ντομάτας σκεπασμένα με γιαούρτι. Η υπερπαραγωγή συνεχίζεται με Ταούκ Πιλάφ με τα μυρωδικά και τα μανιτάρια να δεσπόζουν σε αυτή την ανατολίτικη γεύση. Εσείς συνδυάστε το με το ροζέ χύμα κρασί που έχει διαλέξει πριν από εσάς και για εσάς ο Φιλήμωνας.

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση