Πάνω από τη λίμνη της Ζυρίχης, στον λόφο Adlisberg, το The Dolder Grand λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της ελβετικής φιλοξενίας εδώ και περισσότερα από 125 χρόνια. Η ιστορία του αρχίζει το 1899, όταν ο επιχειρηματίας Heinrich Hürlimann ανέθεσε στον Ελβετό αρχιτέκτονα Jacques Gros τη δημιουργία του “Grand Hotel & Curhaus”. Η Ζυρίχη της Belle Époque έκανε τότε τα πρώτα, αποφασιστικά βήματα προς μια διεθνή ακτινοβολία, και το Dolder ήρθε να της δώσει ένα σκηνικό αντάξιο: ένα grand hotel που κέρδισε γρήγορα θέση στην ευρωπαϊκή διαδρομή της αστικής τάξης, προσελκύοντας πολιτικούς, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες, ανθρώπους που με την παρουσία τους έκαναν τη φήμη του να αποκτήσει διάρκεια και βάθος.
Λίγη ακόμη ιστορία και θα έρθω στον λόγο που πήγα μέχρι το The Dolder Grand. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70, το ξενοδοχείο απέκτησε έναν νέο ιδιοκτήτη με μεγάλα σχέδια και πολύ υψηλού επιπέδου αισθητική. Ο Urs E. Schwarzenbach, Ελβετός επιχειρηματίας με αδυναμία στην τέχνη και το διαχρονικό στιλ, είδε στο ξενοδοχείο όχι μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας της Ζυρίχης που «όφειλε» να διατηρήσει, αλλά και μια ευκαιρία να του δώσει νέα πνοή. Το μεγάλο στοίχημα ήρθε στις αρχές του 21ου αιώνα, όταν αποφάσισε να προχωρήσει σε μια ριζική ανανέωση. Για το σχέδιο απευθύνθηκε στον Norman Foster, αρχιτέκτονα με διεθνή φήμη και σπάνια ικανότητα να συνδυάζει το παλιό με το καινούργιο με ακρίβεια χειρουργού. Το αποτέλεσμα; Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα συγχώνευσης ιστορικής κληρονομιάς και σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη.
Πάμε, τώρα, σε κάτι που δεν γίνεται κάποιος να αγνοήσει αν περάσει την πόρτα του The Dolder Grand. Εκεί, πάνω σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική γλώσσα, ο Schwarzenbach χτίζει και το δεύτερο μεγάλο του πάθος: την τέχνη, δημιουργώντας μια συγκλονιστική συλλογή έργων με θρυλικές υπογραφές, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ενσωματώνονται απόλυτα με την αισθητική του ξενοδοχείου και να λειτουργούν οργανικά μέσα στη ροή του.
Η εικαστική ταυτότητα του The Dolder Grand διαμορφώνεται μέσα από μια ιδιωτική συλλογή που ξεπερνά τα 100 έργα τέχνης. Στο lobby, στους διαδρόμους, στις στροφές προς το spa, στα σημεία όπου το φως αλλάζει, στο εστιατόριο, στα μπαρ, στην είσοδο του ξενοδοχείου, η τέχνη ενσωματώνεται στον χώρο με μια πρωτόγνωρη φυσικότητα. Πείτε με υπερβολικό, αλλά θα το γράψω όπως το βίωσα: το πρώτο βράδυ, καθώς μπαίναμε στο βραβευμένο με δύο αστέρια Michelin The Restaurant, κυριολεκτικά χάζεψα όταν είδα στον προθάλαμο του εστιατορίου ένα από τα σημαντικότερα έργα του Dalí. Το Dolder Grand αποκτά μέσα από αυτή τη συνύπαρξη μια βαθύτερη ταυτότητα, γιατί η φιλοξενία μετατρέπεται σε μια καθηλωτική πολιτισμική εμπειρία.

Το THE EPICURE, το γαστρονομικό φεστιβάλ του The Dolder Grand φέτος γιόρτασε τα δέκα του χρόνια. Ξεκίνησε το 2014 ως ιδέα του σεφ Heiko Nieder και μέσα σε μια δεκαετία φιλοξένησε 111 guest chefs από 30 χώρες, με συνολικά 249 αστέρια Michelin να “περνούν” από τις κουζίνες του. Έχω βρεθεί σε πολλά διεθνή φεστιβάλ γαστρονομίας τα τελευταία χρόνια, κανένα όμως δεν ήταν σαν το THE EPICURE. Γιατί; Μέσα από τη διεθνή του ακτινοβολία, έχει λειτουργήσει ως θεσμικός «ελκτικός πόλος» για τη Ζυρίχη, προσελκύοντας κορυφαίους σεφ από όλο τον κόσμο και συγκεντρώνοντας γύρω του ένα εξειδικευμένο, υψηλών απαιτήσεων κοινό που ταξιδεύει με σαφή γαστρονομικά κίνητρα. Για λίγες ημέρες κάθε χρόνο, η πόλη ενισχύει το προφίλ της ως προορισμός υψηλής γαστρονομίας, καθώς το φεστιβάλ παράγει μια συμπυκνωμένη εμπειρία πολύ υψηλού επιπέδου, υπερβαίνοντας τη μορφή μιας σειράς δείπνων και λειτουργώντας ως πολιτισμικό γεγονός που αναβαθμίζει τη θέση της Ζυρίχης στον ευρωπαϊκό χάρτη της γαστρονομίας.

Σε αυτό το σκηνικό έζησα φέτος το THE EPICURE, στην επετειακή του 10η έκδοση, μια εβδομάδα που κάθε χρόνο φέρνει στο The Dolder Grand ένα line-up σεφ με πραγματικό διεθνές βάρος. Το πρόγραμμα χτίστηκε γύρω από τα four-hands δείπνα του Heiko Nieder στο The Restaurant, με καλεσμένους τον César Troisgros, τον Tim Boury, τον Kirk Westaway, τον Kai Ho και τον Eric Kragh Vildgaard. Εγώ βρέθηκα μέσα σε τρεις κορυφώσεις: δύο four-hands δείπνα, με τον Kai Ho και με τον Eric Vildgaard, και ένα champagne & cigar lunch, το “The Art of Blending”, όπου ο Heiko Nieder έστησε ένα εξαιρετικό μεσημεριανό με την Davidoff, παρέα με τον Nick Bril και τον Kirk Westaway.
Θέλω να σταθώ στο δείπνο με τον Eric Kragh Vildgaard, τον σεφ και συνιδιοκτήτη του τριάστερου Jordnær στην Κοπεγχάγη, όπου επιβεβαιώθηκε, με τον πιο καθαρό τρόπο, αυτό που τον κατατάσσει σταθερά στην παγκόσμια πρώτη γραμμή: μια κουζίνα με απόλυτη πειθαρχία, υψηλή ακρίβεια και σπάνια αίσθηση μέτρου. Δοκιμάσαμε πολλά εξαιρετικά πιάτα εκείνη τη βραδιά, αλλά ο αέρινος bluefin τόνος με myoga και χαβιάρι από τον οίκο Kaviari ήταν πραγματικά ένα μνημείο τελειότητας.
Το επόμενο μεσημέρι ήταν από εκείνες τις υπέροχες στιγμές που δείχνουν τι σημαίνει να είναι κάτι πραγματικά επικούρειο. Ο Heiko Nieder έχει την ικανότητα να φέρνει δίπλα-δίπλα διαφορετικές ενέργειες, διαφορετικές σχολές, διαφορετικές γλώσσες μαγειρικής, και να τις κάνει να μιλούν στον ίδιο τόνο. Το Champagne & Cigar Lunch με τον Nick Bril και τον Kirk Westaway είχε ακριβώς αυτό: τρεις ισχυρές προσωπικότητες, μία ενιαία ροή, και μια αίσθηση σπάνιας δημιουργικής ελευθερίας μέσα σε απόλυτα «ελεγχμένο» αλλά και ανέμελο πλαίσιο.

Από τον Kirk Westaway ξεχώρισα τα γλυκάδια στα κάρβουνα με πίκλα λεμονιού και χαβιάρι Kristal: καπνιστή ένταση, φωτεινή οξύτητα, και το χαβιάρι να δίνει βάθος και μεγάλη επίγευση. Το ίδιο μέτρο είχε και το pithivier φραγκόκοτας με μαρμελάδα κρεμμυδιού και κανθαρέλες: φίνο, ακριβές, βαθιά παρηγορητικό, με μια κομψότητα που κρατούσε το πιάτο ανάλαφρο. Σε αυτό το lunch ο Nick Bril από το The Jane έδωσε ρεσιτάλ: θα θυμάμαι για καιρό την καραβίδα με κουνουπίδι και καμένο βούτυρο, και το άγριο λαβράκι του με nori και λουίζα έλαμπε από ακρίβεια και φρεσκάδα. Την ίδια στιγμή, η Davidoff έστησε ένα πανέμορφο σκηνικό γύρω από το τελετουργικό του πούρου: άνθρωποι που τύλιγαν επιτόπου πούρα ειδικά για το lunch και το φεστιβάλ, μετατρέποντας το σε απόλυτα επικούρεια εμπειρία.

Το THE FINAL ήταν η στιγμή που το THE EPICURE άφησε για λίγο την αυστηρή τελετουργία του fine dining και άνοιξε τις πόρτες του σε κάτι πιο ζωντανό, πιο παιχνιδιάρικο, πιο ανέμελο και συλλογικό. Ένα all-day fest που έμοιαζε με γαστρονομική περιπλάνηση: δύο όροφοι γεμάτοι cooking stands και από πίσω τους κορυφαίοι σεφ να σερβίρουν ένα εμβληματικό τους πιάτο, από τον Heiko Nieder, τον César Troisgros, τον Tim Boury, τον Kirk Westaway, τον Kai Ho και τον Eric Kragh Vildgaard, μέχρι τον Christoph Rainer, τον David Žefran, τον Alain Weissgerber, τον Eero Vottonen, τον Pascal Steffen, τον Massimiliano Delle Vedove και τον Lewis Wilson. Το κρασί και η σαμπάνια έρεαν άφθονα, σε σημείο που τέλειωσαν κάποια στιγμή πάνω από 100 φιάλες Dom Pérignon, ενώ στον εξωτερικό χώρο δύο κορυφαία μπαρ, το Sips από τη Βαρκελώνη και το De Vie Bar από το Παρίσι, σέρβιραν cocktails σε ένα ολοζώντανο high end party με μουσικές, πούρα, επιδόρπια, παγωτά, καφέδες, και περίπου 700 ανθρώπους που έδωσαν το παρών σε ένα φεστιβάλ, το οποίο πραγματικά δεν είχε προηγούμενο.
Info: www.thedoldergrand.com

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση