Το οίκημα στον αριθμό 9 στην οδό Λυκούργου πάτησε στο σανίδι της εστίασης πριν από πολλά χρόνια. Ο χώρος, όπου στεγάζονταν ένα από τα μαγειρεία της περιοχής, πέρασε πρόσφατα στα χέρια του Κωνσταντίνου Δαγριτζίκου και του Θανάση Σοφιανού. Τον ανακαίνισαν, διατηρώντας τα παραδοσιακά του στοιχεία, και παρουσίασαν στις 9 Δεκεμβρίου του προηγούμενου χρόνου τη δικιά τους Ζιγκοάλα που, αν και δεν μοιάζει με τη μελαχρινή καλλονή του αείμνηστου Στέλιου Καζαντζίδη, ευελπιστεί να κατακτήσει τις καρδιές του αθηναϊκού κοινού.
Το εστιατόριο απλώνει τραπέζια στο ευρύχωρο πεζοδρόμιο ενώ πίσω από τις τεράστιες τζαμαρίες του ξεπροβάλει η λιτή, στρωμένη με μωσαϊκό, σάλα με τα κατάλευκα φώτα της και την ανοιχτή κουζίνα, τα ηνία της οποίας βαστά ο σεφ Βασίλης Χαμάμ. Με ρίζες από την Ιορδανία, την Παλαιστίνη και το Λίβανο, ο σεφ μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και πρωτοεμφανίστηκε στις κουζίνες εστιατορίων της συμπρωτεύουσας. Εμπνευσμένος από τις γευστικές αναμνήσεις των οικογενειακών του τραπεζιών, ο σεφ σχεδιάζει στο Ζιγκοάλα ένα μενού ελληνικών και ανατολίτικων γεύσεων με δεκατέσσαρα πιάτα, ενώ σύντομα θα μπει στο παιχνίδι και σούβλα με κρέατα ψημένα στα κάρβουνα. Αν και η κουζίνα βρίσκεται στα πρώτα της μόλις βήματα και η βελτίωση των επιδόσεών της είναι αναμενόμενη, ομολογώ πως η εμπειρία της πρώτης μου επίσκεψης δεν στάθηκε αντάξια των προσδοκιών μου, κυρίως λόγω των συνδυασμών των πρώτων υλών, της έλλειψης του γευστικού βάθους που περίμενα από το πάντρεμα Ελλάδας-Ανατολής και των αστοχιών στην εκτέλεση των πιάτων.

Το γεύμα μου ξεκίνησε με προζυμένιο ψωμί και έξτρα παρθένο ελαιόλαδο. Ακολούθησε το ωμό λαβράκι με σαλάτα λωτού και κόρνατς που πρόσθεταν περισσότερη τραγανότητα στο πιάτο από ότι θα ήθελα ενώ τα έντονα μυρωδικά στην σάλτσα κάλυπταν σε μεγάλο μέρος τόσο τη γεύση του ψαριού όσο και αυτή του λωτού. Οι πατάτες φούρνου με τυροκαυτερή κυανού τυριού και ζαατάρ είχαν ωραίες εντάσεις και όψη αλλά η υπερβολικά ξηρή τους επιφάνεια αφαιρούσε πολλούς πόντους από το πιάτο και στη μοσχαρίσια γλώσσα με ρώσικη σχάρας και πολίτικη σε ζύμωση δεν «ακουγόταν» καθόλου η σχάρα ενώ η μεγάλη υγρασία στο πιάτο αλλοίωνε τη συνολική του γεύση. Στη σαλάτα με τραγανό ρεβίθι, κουνουπίδι, φύλλα μουστάρδας, φινόκιο και μανταρίνι το επίπεδο πολυφωνίας ήταν υψηλό ενώ αυτό της έντασης και της γεύσης ουδέτερο και στην προβατίνα με ξινόχοντρο τραχανά, κεφίρ και κουκουνάρι η ποσότητα λαδιού ήταν αρκετά μεγαλύτερη από αυτή που θα ήθελα με τα γνωστά αρώματα και τον πλούτο της γεύσης της προβατίνας να απουσιάζουν. Παραμένω, όμως, πιστή οπαδός της γευστικής αφθονίας Ελλάδας-Ανατολής και σκοπεύω να επισκεφθώ εκ νέου το εστιατόριο όταν κάνουν το ντεμπούτο τους τα καλούδια της σούβλας και η κουζίνα έχει πλέον βρει τα πατήματά της.
Στη λίστα κρασιών φιγουράρουν ετικέτες φυσικής κυρίως οινοποίησης από τα αμπελοτόπια της χώρας μας.
Info: Λυκούργου 9, Αθήνα, τηλ.: 210 324 6223
*Φωτογραφίες: Άννα Τασιούλα

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση