Το ότι ο επιχειρηματίας Βάιος Κορομηλάς είχε αποφασίσει να συμπράξει με τον chef -patissier Αλέξανδρο Κόνιαρη (του Φίλings, στο Παγκράτι) και τον chef Γιώργο Ζαχείλα για να ανοίξουν κάτι σε «φούρνο κι εστιατόριο», συζητιόταν από καιρό. Προσωπικά, γνώριζα και που θα άνοιγαν και αυτό μου είχε εξάψει την περιέργεια. Ήθελα να δω τι θα ήταν αυτό το «δίπολο». Αυτή η επαγγελματική μου περιέργεια με οδήγησε εκείνο το βράδυ στο Κουκάκι. Όταν κατέβηκα από το ταξί, πριν ακόμα διασχίσω το δρόμο για να μπω στο εστιατόριο, κοντοστάθηκα για μερικά λεπτά, έξω από την Ευαγγελική Εκκλησία, που βρίσκεται διαγωνίως απέναντι, παρατηρώντας τη μεταμόρφωση. Ο χώρος, που μέχρι το τέλος του καλοκαιριού στέγαζε τη Φάμπρικα του Ευφρόσυνου, δεν θυμίζει με τίποτα πια το πρόσφατο παρελθόν του. Τα σιδερένια πλαίσια στις τζαμαρίες της πρόσοψης που βάφτηκαν λευκά, ο διαφορετικός, ίσως και πιο έντονος, φωτισμός που δίνει έμφαση στην ανοιχτή κουζίνα που μοιάζει κάπως με σκηνή θεάτρου όπου οι σεφ κινούνται ως πρωταγωνιστές του μαγειρικού δρώμενου, γύρω από το νοητό άξονα ενός Josper. Η μουσική που «τυλίγει» το χώρο είναι σύγχρονη, έχει μπιτ κι αυτός είναι ένας από τους λόγους προσελκύει πιο ένα νεανικό, πολύχρωμο crowd. Την ώρα που μπήκα, το More Φίλings είχε περάσει στο mode bistrot. Τι σημαίνει αυτό; Πως το πρωί (09:30-17:00) σερβίρουν ένα brunch το οποίο στηρίζεται κυρίως στα προϊόντα του δικού τους, διπλανού micro-bakery (που βρίσκεται ακριβώς δίπλα επί Ανδρούτσου) και μετά από ένα μικρό διάλειμμα, στις 18:00, λειτουργεί και πάλι, αλλά πια ως bistrot. Μου έκανε εντύπωση ότι από τις πρώτες μέρες του ήταν ήδη γεμάτο κόσμο. Μπορεί, βέβαια, κάποιοι να ανήκουν στο κοινό που ακολούθησε τον Αλέξανδρο Κόνιαρη, λόγω της επιτυχίας πρώτου Φίλings, στην οδό Πύρρωνος.
Σημαντικό
ρόλο, βέβαια, παίζει ότι η κουζίνα που προτείνουν είναι σύγχρονη, απλή,
καθημερινή, ελληνική μεν, αλλά με και πολλές επιρροές από αγαπημένα των σεφ
διεθνή πιάτα. Για να εξηγήσω τι εννοώ θα παραθέσω μερικά από τα «πολυπολιτισμικά»
πιάτα που δοκίμασα. Αρχικά ένα ταραμά (μια ανάλαφρη ταραμοσαλάτα) που συνοδεύεται
από αντσούγιες και μια σος chimichurri, ακολούθησαν τα ψημένα στο Josper καρότα,
με στρατσιατέλα, φουντούκι και σουμάκ (ό,τι πιο νόστιμο σε ψητό λαχανικό έχω
δοκιμάσει μέχρι στιγμής, φέτος) και ένα πολύ πετυχημένο flatbread, με ωραία
ζύμη και άγρια μανιτάρια τρομπέτες και ακαθαμαντίτες (Πλευρώτους ο ερυγγίος),
σκόρδο και φασκόμηλο. Η οφτή πατάτα με κυανό τυρί και λαρδί, ήταν επίσης ένα
λιχούδικο πιάτο. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το μοσχαρίσιο ραγού, το οποίο
σερβίρεται με udon noodles – που του δίνουν μια πιο multi ethnic εκδοχή του
κλασικού ragù alla bolognese – και μπόλικη κεφαλογραβιέρα. Τέλος
θα πω ότι μου άρεσε πολύ η πάπια, που ήρθε κομμένη σαν ταλιάτα, με σος hoisin και
πουρέ καρότου, μαζί με δύο πολύ γευστικά gyoza (γεμισμένα με ψιλοκομμένη πάπια)
και μερικά φύλλα ραντίκιο, που η ελαφριά τους πίκρα δημιουργούσε ένα ευχάριστο
κοντράστ στη γλυκίζουσα σάλτσα.
Τα επιδόρπια, όπως μπορείτε να φανταστείτε, είναι πολύ ιδιαίτερα – τι άλλο θα περίμενε κανείς με τον Αλέξανδρο Κόνιαρη στην κουζίνα; Να αρχίσω από το παγωτό πολύσπορου ψωμιού (από το φούρνο τους) με πραλίνα σπόρων και το financier καραμελωμένου ψωμιού και crème anglaise; Προσωπικά λάτρεψα την τάρτα καραμέλας με παγωτό αλατισμένης καραμέλας και τρούφα, αλλά κάτι μου έκανε κι εκείνο το παράξενο επιδόρπιο με το brie και παγωτό φουντούκι, με καμένο βούτυρο και μήλο.
Οι οινικές προτάσεις των sommeliers (Τάκης Μαύρος και Γιώργος Καραμπίνης) εστιάζουν κυρίως στον ελληνικό αμπελώνα, αλλά όχι μόνο. Υπάρχει όμως και η δυνατότητα να παραγγείλει κανείς κρασί σε ποτήρι ή να επιλέξει μπίρες ή κάποιο από τα προτεινόμενα (από το μπαρ Abstract) cocktails.
Φεύγοντας ένιωσα ότι τα fillings μου ήταν παραπάνω από θετικά και ως εκ τούτου θέλω να ξαναπάω.
Info: Αναστασίου Ζίννη 34, Κουκάκι- Αθήνα, τηλ. 210 9233637

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση