Η ιστορία της ταβέρνας ξεκίνησε στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας, σε μια γειτονιά που κάποτε έσφυζε από τη ζωντάνια του παλιού Ιπποδρόμου, ακριβώς πίσω από το σημερινό Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Εκεί, ο Παναγιώτης Πεζούλας και η σύζυγός του, Παναγιώτα, μετέτρεψαν το 1951 το ισόγειο του σπιτιού τους σε ένα φιλόξενο αναψυκτήριο, σερβίροντας δικούς τους μεζέδες και σπιτικό κρασί. Πρώτοι θαμώνες αυτού του αυθεντικού στεκιού υπήρξαν οι αναβάτες και οι φίλαθλοι του ιπποδρόμου.
Η αρχική μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν ανέλαβε δράση ο γιος τους, Λυμπέρης. Το αναψυκτήριο εξελίχθηκε σε οινομαγειρείο για το μεσημέρι και σε ψαροταβέρνα για το βράδυ, προσελκύοντας πλέον στους πάγκους του μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού των `70s.
Δεκαετίες μετά, η περίοδος της πανδημίας λειτούργησε ως μια δημιουργική παύση αναζήτησης και ανασχεδιασμού. Έτσι, η άρση του τελευταίου lockdown σηματοδότησε την αυγή μιας ολοκαίνουργιας εποχής για την Ψαροταβέρνα Πεζούλας. Στο τιμόνι της κουζίνας βρίσκεται πλέον ο συνονόματος εγγονός του ιδρυτή, Παναγιώτης Πεζούλας, ενώ η σύζυγός του, Κατερίνα Στάντζου έχει αναλάβει τη σάλα και τη λίστα κρασιού, διασφαλίζοντας την ανοιχτόκαρδη φιλοξενία που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας.
Στο ανανεωμένο περιβάλλον, η παράδοση συναντά δημιουργικά το παρόν. Οι κλασικές ψάθινες καρέκλες και οι μαρμάρινες πλάκες από την Τήνο ενσωματώνονται ιδανικά σε ένα σύγχρονο, λιτό design. Η αυλή υποδέχεται τους επισκέπτες σαν ένας οικείος, ζεστός κήπος, ενώ το εσωτερικό κερδίζει τις εντυπώσεις με τα ανοιχτά του χρώματα, τις θαλασσινές τοιχογραφίες και τις φιάλες κρασιού που στέκονται με σεβασμό εκεί όπου κάποτε δέσποζαν τα βαρέλια του παππού Παναγιώτη.
Αέρας ανανέωσης πνέει και στην κουζίνα, που σήμερα κινείται σε μονοπάτια σύγχρονης ψαροφαγίας. Δίπλα σε ένα compact, άκρως περιεκτικό μενού, στέκονται και προτάσεις ημέρας, άρρηκτα συνδεδεμένες με την εποχικότητα και τους θησαυρούς που φέρνουν οι τράτες των μόνιμων προμηθευτών του μαγαζιού. Η κορυφαία ποιότητα των υλικών είναι αδιαπραγμάτευτη, οι γευστικοί συνδυασμοί ευφυείς, ενώ η δημιουργική ομάδα της κουζίνας επιβεβαιώνει τη μαγειρική της δεξιοτεχνία σε κάθε πιάτο, χειριζόμενη με ακρίβεια τις τεχνικές και τις υφές.
Θα ξεκινήσω την αφήγηση της πρόσφατης επίσκεψής μου στην ψαροταβέρνα με δύο πιάτα για τα οποία θα επέστρεφα ευχαρίστως. Στη σαλάτα με το ψητό χταπόδι, το άψογα βρασμένο σταμναγκάθι μαζί με το κόκκινο λάχανο, τη μους ταραμά, το ραπανάκι και το λαδολέμονο δημιουργούσαν έναν εκρηκτικό συνδυασμό βαθιάς γεύσης, όπου οι αλμυρές, οι ευχάριστες πικρές, οι όξινες και οι γλυκές νότες ισορροπούσαν απόλυτα. Ιδιαίτερα δελεαστική ήταν και η αντίθεση των υφών στο πιάτο με κρεμώδη, μαστιχωτά και τραγανά στοιχεία να στήνουν ένα όμορφο παιχνίδι στον ουρανίσκο. Εξαιρετικό, όμως, ήταν και το καπνιστό χέλι με τη βελούδινη φάβα Φενεού και το ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Το ψάρι είχε θωρακιστεί σε καυτό τηγάνι χωρίς καμία άλλη προσθήκη, απελευθερώνοντας εξαίσια καπνιστά έλαια, τα οποία ραντίστηκαν στην επιφάνεια της φάβας μαζί με λίγο χυμό λάιμ. Το αποτέλεσμα; Ένα σικάτο, πολύπλοκο πάντρεμα λιπαρότητας, γήινης γλυκύτητας και έντασης.

Το γευστικό προφίλ παρέμεινε ψηλά τόσο στο ντελικάτο φύλλο ρυζιού με λακέρδα και πίκλα τζίντζερ-αγγουριού, όσο και στην μπρουσκέτα με συκώτι πεσκανδρίτσας, ρόκα, ντομάτα και άνηθο. Ακολουθώντας τη φιλοσοφία ενάντια στη σπατάλη τροφίμων, η στείρα παρουσιάστηκε στο τραπέζι σε δύο αξιόλογες εκδοχές. Από τη μία, ένα αριστοτεχνικά κομμένο σασίμι σε ιδανική θερμοκρασία, όπου το ελαιόλαδο και το λάιμ αναδείκνυαν διακριτικά την πλούσια γεύση του. Από την άλλη, το κεφάλι, η κοιλιά και η πέτσα του ψαριού, μεταμορφωμένα σε μια απολαυστικά νόστιμη, τραγανή τηγανητή συνοδεία.
Από τα λιγκουίνι με μπισκ, ταρτάρ και αυγά καραβίδας μπορεί να απουσίαζε η αναμενόμενη κρεμώδης υφή, αποζημίωνε όμως η μεστή θαλασσινή τους γεύση, η ένταση και η φρεσκάδα. Στο καλαμάρι, το σύντομο ψήσιμο λίγων μόνο λεπτών του χάρισε μια τρυφερή, σχεδόν βουτυρένια, υφή, εγκλωβίζοντας όλη τη φυσική του γλυκύτητα και τη θαλασσινή του αύρα. Στον αντίποδα, το κολάρο σφυρίδας, το οποίο συνοδευόταν από καλοψημένες baby πατάτες, είχε ξεφύγει ελαφρώς στο ψήσιμο, ωστόσο η σος chimichurri πρόσφερε μια κομψή οξύτητα και βοτανική σπιρτάδα, εξισορροπώντας αρμονικά τη λιπαρότητα του ψαριού.
Το δείπνο μου έκλεισε με τιραμισού – της οποίας η ύπαρξη στον κατάλογο στηρίζεται αποκλειστικά «στην αγάπη της Κατερίνας για το συγκεκριμένο επιδόρπιο», όπως αποκάλυψε ο σεφ –, ένα προσεγμένο αρμενοβίλ και μια σύνθεση από φρούτα εποχής, ξηρούς καρπούς και macaron.
Η λίστα κρασιού είναι δημιουργία της Κατερίνας Στάντζου, η οποία, πριν μεταπηδήσει από τον χώρο του marketing στην οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου της, εκπαιδεύτηκε ως sommelier. Περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες επιλογές, κυρίως από τον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό αμπελώνα, με αρκετές, προσιτά τιμολογημένες, ετικέτες, διαθέσιμες και σε ποτήρι. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι δίνεται στους επισκέπτες η δυνατότητα να φέρουν τις δικές τους φιάλες. Ο κατάλογος συμπληρώνεται με μια καλή συλλογή από μπύρες και αποστάγματα.
Info: Πεισίστρατου 11, Καλλιθέα, Τηλ: 210 9422 684
*Φωτογραφίες: Άννα Τασιούλα

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση