Το Καφενείο 1987 από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 που άνοιξε τις πόρτες του – όπως άλλωστε λέει και το όνομα του- έγραψε ιστορία με τα τραπέζια του να γεμίζουν για χρόνια από παρέες δημοσιογράφων, πολιτικών, επιχειρηματιών, κοσμικών και προσωπικοτήτων από όλον τον κόσμο, πολλοί από τους οποίους έγραψαν τις διθυραμβικές εντυπώσεις τους στο βιβλίο επισκεπτών, σελίδες του οποίου κοσμούν τους τοίχους του μαγαζιού μαζί με φωτογραφίες σχεδόν ιστορικά κειμήλια πια.

Όπως συμβαίνει όμως πολύ συχνά δυστυχώς σ’ αυτή την χώρα που δεν προστατεύει την ιστορία της σε κανένα επίπεδο, το μαγαζί κάποια στιγμή παράκμασε. Και χρειάστηκε να το αναλάβουν οι γνωστοί επιχειρηματίες της εστίασης Γιάννης Μωράκης, Γιώργος Μελισσάρης και Thomas Grubac για να του δώσουν – με απόλυτο σεβασμό στην προηγούμενη διαδρομή του- νέα πνοή.

Να μην πολυλογώ (όλες τις λεπτομέρειες μπορείτε να τις διαβάσετε στο προηγούμενο κομμάτι του Τάσου Μητσελή), την Δευτέρα 16 Μαρτίου το FNL διοργάνωσε εκεί ένα event διαφορετικό από τα συνηθισμένα του, το οποίο αποδείχθηκε από τα πιο επιτυχημένα ever.

‘Ετσι, το βράδυ εκείνο στο Καφενείο στρώθηκαν δυο μεγάλα τραπέζια των 24 ατόμων το καθένα, και η βραδιά κύλησε περισσότερο σαν ένα εορταστικό τραπέζι φίλων ή οικογένειας παρά σαν κλασσικό event. Τα χαρακτηριστικότερα πιάτα του μενού που επιμελείται η ταλαντούχα chef Κυριακή Φωτοπούλου σερβιρίστηκαν συνοδευμένα από μια σειρά από ετικέτες παλαιών σοδειών τις οποίες τα Οινοποιεία Μπουτάρη ανέσυραν από τα κελάρια της Στενήμαχου, στη Νάουσα, που έφεραν επιφωνήματα απόλαυσης που πολλές φορές σκέπασαν την μουσική και τα τσουγκρίσματα των ποτηριών. Το νερό Ιόλη, στην ήπια και ανθρακούχα εκδοχή του, που έχει περάσει πλέον στην ιδιοκτησία των Hellenic Wineries (όπως και τα Οινοποιεία Μπουτάρη) συνόδευσε το δείπνο μας δροσίζοντας μας. Και βέβαια ήταν κοντά μας η Riedel που μας διέθεσε ένα δάσος από ποτήρια, ιδανικά για να αναδείξουν τα πολύτιμα Ξινόμαυρα που είχαμε στο τραπέζι μας!

Τον οινικό χορό άνοιξε μια πραγματικά επική 18χρονη Καλλίστη από τη χρονιά του 2008. Η εμβληματική, παλαιωμένη σε βαρέλι Σαντορίνη από τα Οινοποιεία Μπουτάρη ήταν ένα μεγάλο κρασί, απίθανης συμπύκνωσης και πολυπλοκότητας που μας άφησε άναυδους με το σφρίγος της και τα σύνθετο αρωματικό μπουκέτο της. Σειρά είχε ένα ζευγάρι κλασικές Νάουσσες Μπουτάρη από το 2017 και το 2008. Είχαμε έτσι την ευκαιρία να δούμε πόσο άξιο παλαίωσης είναι το Ξινόμαυρο με δύο κρασιά δυναμικά. Το μεν 2017 έχει ακόμη χρόνια μπροστά του αλλά είναι απολαυστικό σήμερα, ενώ το 2008 επιδεικνύει την ωριμότητα των αρωμάτων που συνδυάζονται με ένα μεταξένιο στόμα και αποδεικνύει πως ακόμη και μια «απλή» αλλά καλοφτιαγμένη Νάουσα αντέχει μακρά παλαίωση. Καθώς περάσαμε στα κύρια πιάτα της βραδιάς σειρά είχε το «βαρύ πυροβολικό».

Πρώτα βγήκε ένα ζευγάρι κρασιών: το εκπληκτικό Grande Reserve Naoussa 2004 που για πολλοστή φορά απέδειξε ότι το GrandeReserveείναι ένα από τα πιο υποτιμημένα ελληνικά κρασιά και η σπάνια Νάουσσα Boutari 1987, ένα κρασί σχεδόν 40 χρόνων που ήταν ακόμη ζωντανό και ενδιαφέρον!

Κλείσαμε με την ναυαρχίδα τους, το πραγματικά θαυμάσιο 1879 Boutari Legacy 2007, μια πολύτιμη Νάουσα που μας θύμισε περισσότερο ένα καλό Barbaresco με το δυναμικό στόμα της, την εντυπωσιακή δομή της και το πολύπλοκο άρωμα που συνδύαζε τη φρεσκάδα της φράουλας με την ωριμότητα της ντομάτας και των μπαχαρικών.

Δίπλα σε αυτή την μοναδική οινική παρέλαση βγήκαν λουκάνικα, τα διάσημα κεφτεδάκια, τυροκαφτερή, σαλάτες, ένα επικό μοσχάρι με μανέστρα, μανιτάρια στιφάδο, σπαλομπριζόλα με πατάτες τηγανητές και πατζάρια στα κάρβουνα.


Στο τέλος, ο κορμός νουαζέτ σερβιρίστηκε με τον φανταστικό και εντυπωσιακά φρουτώδη καφέ φίλτρου To-La Reserve, από την Αιθιοπία, που επέλεξε ο Γιάννης Ταλούμης από το εντυπωσιακό portfolioτης Taf και η βραδιά κύλησε σαν γάργαρο νεράκι μέχρι μετά τα μεσάνυχτα, και ας ήταν η επόμενη μέρα εργάσιμη.

Μερικές φορές, κάπως ευθυγραμμίζονται τα αστέρια και συνδυάζονται οι συνθήκες, και το αποτέλεσμα ξεπερνά τις προσδοκίες. Και νομίζω πως η συγκεκριμένη βραδιά, κρίνοντας από τα ενθουσιώδη σχόλια όσων παραβρέθηκαν, ήταν μια τέτοια περίπτωση. Που απέδειξε στην πράξη πως η υψηλή γαστρονομία μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα, και συχνά κρύβεται στην απλότητα που όταν συνδυάζεται με υψηλή ποιότητα υλικών, άρτια τεχνική και αγάπη, μπορεί να προσφέρει απόλαυση ισοδύναμη με αυτή που προσφέρουν τα διάσημα πιάτα μεγάλων εστιατορίων.
*Φωτογραφίες Ναταλία Αμασιάδη
