Παστίτσιο

27 Ιανουαρίου 2016
Ενα ακόμα "αμαρτωλό" χρονογράφημα από τον Κωνσταντίνο Ακύλα.


Έχω πια μεγαλώσει και έχω τα δικά μου κλειδιά. Με το που ανοίγω την πόρτα, με αρπάζει ένας τυφώνας μυρωδιών και αμέσως καταλαμβάνομαι από ευφορία. Πετάω τη σάκα μου και κατευθύνομαι στην κουζίνα. Το παστίτσιο έχει μόλις  βγει από τον φούρνο, οι αχνοί από το πυρέξ έχουν θολώσει τα μικρά τετράγωνα τζαμάκια των παραθύρων και οι σιελογόνοι μου αδένες δεν αντέχουν άλλο αυτό το μαρτύριο. Η μαμά, η επιτομή του ανορίοτου, δεν δίνει μία για το αν θα περιμένω ή όχι την αδελφή μου που σχολάει μια ώρα αργότερα από το γυμνάσιο, ή αν θα τσιμπήσω από το φαγητό πριν καθίσουμε όλοι,  (ή κάποιοι τέλος πάντων) στο τραπέζι, ή αν θα περιμένω πρώτα το παστίτσιο να κρυώσει.  Με την σπάτουλα και ένα μαχαίρι κόβω το πρώτο κομμάτι και με υπομονή αλλά και ταχύτητα ταχυδακτυλουργού παύλα χειρουργού, το προσγειώνω πριν διαλυθεί τελείως, στο πιάτο.

Οι ατμοί έχουν υπερδιπλασιαστεί. Ο ανυπόμονος, πνιγμένος στον πόθο, εραστής δεν αντέχει άλλο τα προκαταρκτικά. Επιδιώκει κατά μέτωπο επίθεση εδώ και τώρα. Η πρώτη μπουκιά από το καυτό παστίτσιο καίει τη γλώσσα μου. Αλλά και με μουδιασμένη γλώσσα συνεχίζω ατρόμητος. Μόνο η μαμά έχει καταφέρει να μου χαρίσει τέτοιες συγκινήσεις μόνο και μόνο μέσα από το παστίτσιο της. Συγγενείς, γειτόνισσες, η κόρη της η ίδια προσπάθησαν να αποδομήσουν και επαναλάβουν τη συνταγή, αλλά ματαίως. Η δε μαμά, με την επιτηδευμένη αφέλεια που την διακρίνει σχολίαζε, στα παράπονα των θαυμαστών και αντιγραφέων, «σου είπα για την παρμεζάνα ότι την ρίχνεις στο τέλος ή το ξέχασα;» «Όχι κυρία Τούλα το ξεχάσατε, και την πάρα προηγούμενη φορά μου θυμίσατε το κύμινο αφού είχα βάλει το παστίτσιο στον φούρνο» «αχ βρε παιδί μου, χίλια συγγνώμη, θα πρέπει κάποια στιγμή να γράψω επακριβώς τη συνταγή, κάθε φορά την κάνω από μνήμης, ώστε να αποφεύγονται αυτά τα λάθη» είπε η μαμά, και σιγά μην καθότανε ποτέ να μοιραστεί τα μυστικά της δόξας της με άλλες.

Αισθάνομαι τους πόρους της γλώσσας μου διογκωμένους και μουδιασμένους. Η γεύση έχει χάσει το εκατό τοις εκατό της αίσθησής της αλλά υπάρχει κραταιά η όσφρηση και η όραση και η μνήμη. Μασάω. Ο κιμάς είναι τραγανός, η μπεσαμέλ σπάταλη, έχει ξεφύγει από το προκαθορισμένο στρώμα της και σαν την ανορίοτη μαμά έχει κι αυτή ξεπεράσει κάθε όριο. Έχει καταφέρει να διαπεράσει τον κλοιό του κιμά και να τρυπώσει ακόμη και μέσα στα χοντρά μακαρόνια τα οποία ασφυκτιούν στο γυάλινο πυρέξ. Τουλάχιστον δέκα διαφορετικές γεύσεις εκσφενδονίζονται μέσα από μία και μόνο καυτή μπουκιά. Οι ειδικοί λένε ότι το καυτό καπελώνει τις γεύσεις. Εγώ όμως, ο ειδικός των ειδικών, λέω ότι το καυτό εκτινάζει το συναίσθημα, τη μητέρα όλων των γεύσεων. Εκτός από το κίμινο που συνήθως είναι το πρώτο που «ξεχνάει» να πει η μαμά, υπάρχει μοσχοκάρυδο, κανέλα, ο τραγανός κιμάς και τα μακαρόνια που έχουν διατηρήσει την αξιοπρέπειά τους μετά από το βράσιμο και το ψήσιμο, κόκκοι τομάτας, δυο τρία διαφορετικά τυριά, και κυρίως υπάρχει η ανάμνηση της μαμάς.

Η Ρουθ μου υπενθυμίζει να λέω σε αυτούς που αγαπώ περισσότερο, όλα αυτά τα καλά που έχουν και που απολαμβάνω. Και το ξεχνάω. Λέω στην Έλλη πόσο καταπληκτική μητέρα είναι, και τι υπέροχους γιους έχει αναθρέψει, ευγενικούς, όμορφους, ευαίσθητους, καλλιεργημένους και με ιδιαίτερο ζήλο για μόρφωση. Ο Στέφανος είναι στην Ουγκάντα με τους γιατρούς δίχως σύνορα και ο Δημητράκης ήδη λαοφιλής κωμικός. Με τον μπαμπά, τα πράγματα δυσκολεύουν. Οι άντρες μπορούμε να μιλάμε για πολιτική, ιστορία και φιλοσοφία, για κλασική μουσική και για την οικονομία με περισσή άνεση, αλλά όταν έρχεται η ώρα να αναφέρουμε έστω και μια τόση δα λεξούλα συνδεδεμένη με το συναίσθημα, καλύτερα να μας περιχύσεις με καυτό λάδι. Οι φίλοι μου λένε στους γιούς τους πόσο πολύ τους αγαπάνε. Δεν τους ρώτησα αν το κάνουνε, γιατί δεν θα πίστευα στην απάντησή τους, αλλά τους άκουσα. Εγώ αποκλείεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να πω στον μπαμπά μου πόσο πολύ τον αγαπώ. Αλλά του έγραψα ένα γράμμα, στρίβειν δια του αρραβώνος, γιατί ο γραπτός λόγος για μένα είναι λιγότερο αμήχανος και πιο ανώδυνος από τον προφορικό, λέγοντας του πόσο σημαντικός ήταν στην ανατροφή μου και αναφέροντάς του ένα ένα όλα αυτά που με έμαθε.

Με τη μαμά όμως δεν πρόλαβα. Την θεωρούσα δεδομένη. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να της είπα πόσο εξαιρετική μαγείρισσα είναι. Της το λέω τώρα κάθε φορά που την επισκέπτομαι, αλλά η βραχεία της μνήμη εξατμίζεται. Και μου είναι άκρως επώδυνο, μάλλον, μου είναι εντελώς ακατόρθωτο, να συνδέσω τις δύο εικόνες της μαμάς πριν και μετά την άνοια. Θα ήθελα να είχα ακούσει τη συμβουλή της Ρουθ πριν την αρρώστια της μαμάς και να είχα προλάβει. Θα της έλεγα, «μαμά είσαι για μένα η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου. Για την ακρίβεια, του κόσμου όλου. Έχω γευτεί φαγητά από τους πιο ξακουστούς σεφ στον κόσμο. Με μοναδικά υλικά, με αξεπέραστη εμφάνιση, αλλά όπου και να ταξιδέψω η αγάπη στο φαγητό της μαμάς μου δεν γεύεται σε κανένα Ομπερζίν, τριάστερο μισελέν ή Κλάριτζες. Ίσως στα σουτζουκάκια της Ευαγγελίας στην Αρκεσίνη στην Αμοργό να αιωρείται ανεπαίσθητα η μαμαδίσια αγάπη εδώ κι εκεί. Αλλά και πάλι τα σουτζουκάκια αυτά είναι μια απλή υπενθύμιση για το πόσο αξεπέραστη είσαι εσύ μαμά.  Και όταν μαγείρευες δεν υπήρχε έλεγχος, τάξη και προγραμματισμός. Υπήρχες εσύ και η χαρά της δημιουργίας. Όχι για να μας δείξεις πόσο ικανή και σημαντική είσαι. Αλλά για να μας μάθεις ότι μέσα από απλά πράγματα μαθαίνεται η αγάπη. Ότι η αγάπη είναι πράξη και όχι λόγια. Και ότι είναι εύκολο. Μαθήματα αγάπης μέσα από ένα παστίτσιο.» Και ας «ξεχνούσες» να πεις στις άλλες για το κύμινο. Αυτό ήταν που έκανε την αγάπη σου μοναδική. 

Εικονογράφηση: Ιάσονας Δεληγιάννης- Φέτσης

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση