Ενδοοικογενειακές αναμετρήσεις ή αλλιώς «η λέσχη της μυστικής συνταγής»

24 Μαρτίου 2016
Ο Κωνσταντίνος Ακύλας εμπνέεται από την Εθνική μας εορτή.


Καθώς οι κυνόδοντες σπάζουν το τραγανό κουρκούτι, το οποίο είναι στεγνό και αλάδωτο λες και δεν έχει περάσει από τηγάνι αλλά από κάτι άλλο που μόνο η ιέρεια που το παρασκεύασε γνωρίζει, ο γυαλιστερός και παστός και ανάλατος και τρυφερός μπακαλιάρος, κάνει την εμφάνισή του στον ουρανίσκο μου. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή που όλα αυτά συμβαίνουν, μια μικροσκοπική πυρηνική βόμβα αναμνήσεων εκρήγνυται και η γεύση γίνεται ταινία. Η ιέρεια δεν είναι η μαμά, είναι η ουράνια θεία Ράνια, και η μαμά σε αυτή την δικής μου κατασκευής οικογενειακή αναμέτρηση, αν και δεν συμμετείχε η ίδια γιατί οι γονείς ήταν ήδη χωρισμένοι, χαιρόταν που η πρώην συννυφάδα της ήταν τόσο άξια, που μπόρεσε να ικανοποιήσει ακόμη και αυτόν τον ανικανοποίητο και άπληστο - δικοί μου κι αυτοί οι χαρακτηρισμοί, η μαμά ποτέ δεν θα με αποκαλούσε «ανικανοποίητο και άπληστο» -  γιό της.

Με το πιρούνι μου τσιμπάω δειλά λίγη, ελάχιστη σκορδαλιά και η πιπεράτη γεύση της κάνει την ταινία να ξεκινήσει αμέσως μπροστά μου. Δεν είμαι 50, είμαι δέκα και η γιαγιά Έλλη τσακώνεται στα τούρκικα με τον παππού Νίκο. Δηλαδή ο παππούς ακούει και μουρμουράει κάθε τόσο «έβετ» (δηλαδή «ναι»). Εγώ μαγεμένος τους ακούω και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν έχει σημασία. Με τη ματιά του ενήλικα υποπτεύομαι ότι έχει να κάνει με το άγχος των προετοιμασιών. Το τραπέζι είναι έτοιμο και σε λίγο θα φτάσει όλο το σόι. Εγώ έχω μείνει εκεί από το προηγούμενο βράδυ. Το πρωί και λίγο πριν ξεκινήσουν τα τρεχάματα, η γιαγιά Έλλη κυνηγάει τον θείο Καίσαρα, τον έναν από τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του πατέρα μου, να φάει το χτυπητό αβγό του. Η γιαγιά 70, ο θείος 40 κι εγώ, είπαμε 10. Η γιαγιά φωνάζει «Τζούλη, έλα καλέ μου να φας το αβγό σου, είναι όλο φουσκάλες!». Ο θείος Καίσαρ άκουγε στο όνομα Τζούλης μονάχα από τη μητέρα του. Και μόνο τότε ξεχνούσε στο κομοδίνο τη μάσκα του αυστηρού και αυταρχικού αρχηγού της οικογενείας και ξαναγινόταν ο Τζούλης. Αν και τρελαινόμουν για αβγό χτυπητό, η γιαγιά Έλλη το έκανε με ζάχαρη άχνη και ειδικά για μένα και με κακάο, δεν ζήλευα που έτρωγε πρώτα ο θείος και μετά εγώ. Αυτόν τον θείο τον αγαπούσα γιατί τα πρωινά της Κυριακής, και ενώ όλοι οι υπόλοιποι έτρεχαν πάνω κάτω για να ετοιμάσουν τις Βερσαλλίες, εμείς καθόμασταν στο τεράστιο κρεβάτι κάτω από το σκεπάσματα και τεμπελιάζαμε και ο θείος Καίσαρ μου διάβαζε τις περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου. Διάβαζε αργά και σιγανά και όποιος τολμούσε να μας διακόψει, λάμβανε ως πρόστιμο την αυστηρή του παγωμένη ματιά, είχε προλάβει να αρπάξει την αυταρχική του μάσκα από το κομοδίνο.

Η ουράνια θεία Ράνια τότε ήταν ακόμη εκπαιδευόμενη στον μπακαλιάρο σκορδαλιά. Α, και επίσης ενώ κατάφερε να αποδομήσει  τη συνταγή που ήταν προϊόν συνεργασίας του παππού Νίκου μαζί με τη θεία Αγάπη, τη γυναίκα του αδελφού της γιαγιάς  Έλλης, ποτέ μα ποτέ δεν έχει πει σε κανέναν πώς  γίνεται αυτό το μαγικό αλάδωτο και τραγανό κουρκούτι. Σε αυτήν την ενδοοικογενειακή αναμέτρηση, η μαμά δεν ήταν η μόνη που δεν μαρτυρούσε τις συνταγές της. Στην ίδια λέσχη ανήκε  και η θεία Ράνια. Στη γιαγιά Έλλη το παιχνίδι αυτό ήταν αδιάφορο, γιατί εντελώς μεταξύ μας, εκτός από το περίφημο χτυπητό αβγό, το φαγητό για αυτήν, αν και πολίτισσα, ήταν δευτερευούσης σημασίας. Η ζωή της είχε επικεντρωθεί στην ανατροφή των τριών γιών της, εξ ου και το παρατσούκλι «στρατηγός», που την είχαν αποδώσει οι γιοί της, οι οποίοι και ποτέ δεν έφερναν αντίρρηση στις εντολές της, όχι μόνο όταν ήταν παιδιά αλλά και 

ως ενήλικες. Αυτή τη μαζοχιστική υποτέλεια στην ιεραρχία την έχω κι εγώ υιοθετήσει. Όσο και αν μουρμουράω κάθε φορά που η αδερφή μου Έλλη ζητάει επιτακτικά κάτι από μένα, εγώ πάντα θα το κάνω, γιατί προέρχεται από τη μεγάλη μου αδερφή. Πίσω όμως στις μυστικές συνταγές.  Άλλο επίτιμο μέλος της λέσχης των μυστικών συνταγών ήταν και η θεία Αγάπη. Ο μόνος μαρτυριάρης και ταυτόχρονα καταπληκτικός μεζεδομάγειρας ήταν ο παππούς Νίκος. Νάναι καλά ο παππούς όπου κι αν βρίσκεται τώρα, γιατί αν δεν μαρτυρούσε αυτός τα μυστικά του μπακαλιάρου, σήμερα η ιστορία της οικογένειάς μου δεν θα συνεχιζόταν.

Η Έλλη, η αδελφή μου και όχι η γιαγιά μου, μας αποκαλεί «Πανθέους». Της απαντάω ότι την έχει ψωνίσει κανονικά και μου ανταπαντά «γιατί δεν ρωτάς τον αγαπημένο σου θείο να σου τα πει όλα επακριβώς; Το πατρικό της γιαγιάς ήταν «Πρίγκου», που προέρχεται από το «Πρίγκηψ» και η καταγωγή μας ξεκινάει κατευθείαν από το Βυζάντιο». «Α, καλά! Ελπίζω να μην μας ακούει κανείς μονάχα, όταν τα ξεστομίζεις αυτά!». Βέβαια, την ώρα που τα έλεγε αυτά η Έλλη, μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό η εικόνα του θείου Καίσαρα όταν έμπαινε στο εστιατόριό μου. Φορούσε πάντα καπέλο ρεπούμπλικα, μπλε σκούρο κασμιρένιο παλτό και κρατούσε την λεπτή και προσεκτικά τυλιγμένη ομπρέλα του σαν να ήταν μπαστούνι που έκρυβε σπαθί. Όλοι οι πελάτες έριχναν μαγνητισμένοι πεταχτές ματιές και ο θείος Καίσαρ φυσικά αδιαφορούσε. Ναι, εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με τον αρχηγό των Πανθέων ή τουλάχιστον με Φωσκολικό Μάνο Κατράκη. Και πριν παραδώσει τα σκήπτρα του – ομπρέλα, καπέλο, παλτό – στον σερβιτόρο, αναφωνούσε «μικρέ, έφτασες κιόλας;». Ο μικρός είναι ο πατέρας μου.

Δεν ξέρω αν προέρχομαι από πριγκηπική οικογένεια και ούτε με απασχολεί. Ξέρω όμως ότι αυτή είναι η οικογένειά μου και η ιστορία μου. Και για μένα είναι όλοι τους ξεχωριστοί. Οι ανιψιοί μου γκρινιάζουν κάθε φορά που τους κουβαλάμε στα οικογενειακά τραπέζια. Έχουν αρχίσει και γκομενίζουν, και κάθε οικογενειακή υποχρέωση είναι ακόμη ένα εμπόδιο στις επικείμενες καρδιοκατακτήσεις τους. Αλλά τελικά πάντοτε χαίρονται που είναι παρόντες στην ιστορία μας, στην ιστορία τους. Γιατί όπως έλεγε και ο Σωκράτης, «αμάν ρε θείε με τον Σωκράτη, μας έπρηξες το έχουμε μάθει απ’ έξω «ελεύθερος είναι αυτός που κάνει θέλω τα πρέπει του», αμάν πια!».

Δεν είμαι δέκα, είμαι πενήντα και οι θείοι αρκετές δεκαετίες μεγαλύτεροί μου και εξακολουθούν να είναι το ίδιο ακμαίοι. Ο θείος Καίσαρ μας εξηγεί τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών με βάση την ανάλυση που διάβασε στο αγαπημένο του σάιτ. Η θεία Ράνια εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι μας λέει τη σωστή συνταγή για το κουρκούτι. Και στο και πέντε, αφού έχουμε τελειώσει άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα και άλλο ένα επεισόδιο της οικογένειάς μας τείνει κι αυτό προς το τέλος του, όπου κι άλλες λεπτομέρειες από τη ζωή στην Πόλη βγήκαν στην επιφάνεια, εμφανίζεται η περιβόητη τούρτα της θείας Αγάπης. Όλοι νομίζαμε ότι η θεία Αγάπη είχε πάρει το μυστικό μαζί της. Αλλά μετά από είκοσι και βάλε χρόνια, η εγγονή της την έφτιαξε και την αφήνει στο τραπέζι. Μια θερμιδοβόμβα από βουτυρένια κρέμα μόκα, καβουρδισμένα αμύγδαλα, κουαντρό και σαβουαγιάρ. «Είναι ακριβώς ίδια όπως της θείας Αγάπης!» αναφωνώ με την πρώτη μπουκιά, «μα πού την βρήκες τη συνταγή;» Η εγγονή Αγάπη κοιτάζει συνωμοτικά την ουράνια θεία και μας απαντά ακριβώς με το ίδιο πράο χαμόγελο που παίρνει η θεία στις αντίστοιχες περιπτώσεις, και με ηρεμία μας λέει «τώρα θα σας την πω κι εσάς αναλυτικά, πάρτε χαρτί και μολύβι!» ενώ ταυτόχρονα έβαζε νοερά σοβαρή υποψηφιότητα για τη θέση της γενικής γραμματέως στη γνωστή λέσχη της μυστικής συνταγής. Και έτσι, η εγγονή Αγάπη έφερε ξανά στη ζωή μας τη βουτυρένια θανατηφόρα τούρτα και κατάφερε να συνεχίσει την ιστορία. Της μοναδικής μου οικογένειας.
Εικονογράφηση Ιάσων Δεληγιάννης-Φέτσης
Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση