Στα χαμηλά της Ερμού, δίπλα στην πλατεία Μοναστηρακίου, το Rhoé στεγάζεται σε ένα αρχοντικό του 1800 που υπήρξε κατοικία του Κυριακού Πιττάκη. Γεννημένος στην Αθήνα το 1798, ο Πιττάκης ήταν ο πρώτος Έλληνας Έφορος Αρχαιοτήτων και μία από τις καθοριστικές μορφές των πρώτων χρόνων της ελληνικής αρχαιολογίας.
Μετά την περυσινή ολική ανακαίνιση του κτηρίου, το Rhoé αξιοποιεί σήμερα τους διαφορετικούς ορόφους για να στεγάσει περισσότερες από μία δραστηριότητες. Στο ισόγειο λειτουργεί το all-daycafé, ενώ ο δεύτερος όροφος φιλοξενεί εκθέσεις, παρουσιάσεις και διάφορες εκδηλώσεις. Στο υπόγειο βρίσκεται το κελάρι, στο οποίο ξεναγήθηκα μετά το δείπνο από τη sommelier Μαρία Τσερφόλια. Η συλλογή του αριθμεί ήδη περισσότερες από 150 ετικέτες από τον ελληνικό και τον διεθνή αμπελώνα.
Το εστιατόριο βρίσκεται στην ταράτσα, με ανοιχτή θέα προς την Ακρόπολη και το Αστεροσκοπείο Αθηνών. Ο διακριτικός κόκκινος φωτισμός δίνει χαρακτήρα στον χώρο, ενώ η ανοιχτή κουζίνα μεταδίδει ιδανικά την ενέργειά της στους επισκέπτες. Πίσω από την μπάρα, όπου ετοιμάζονται τα cocktails, βρίσκεται και ο DJ. Οι μουσικές επιλογές κινούνται κυρίως ανάμεσα σε nu και space disco, ηλεκτρονικούς ήχους με balearic αναφορές, ταιριάζοντας αρχικά με την κοσμοπολίτικη εικόνα του Rhoé, αλλά όσο περνούσε η ώρα το ύφος της πλησίαζε περισσότερο σε εκείνο ενός club. Για τα δικά μου δεδομένα, η ένταση άρχισε να δυσκολεύει τη συζήτηση και να αποσπά την προσοχή από το φαγητό.
Επικεφαλής της κουζίνας είναι ο Βαγγέλης Δαγδελένης, με sous chef τη Λυδία Ιωαννίδου. Ο Δαγδελένης εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε απαιτητικές κουζίνες του Λονδίνου, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε αναλάβει -ως chef de cuisine- το Abra Ovata στη Λίμνη Βουλιαγμένης. Η Ιωαννίδου έχει τη δική της ενδιαφέρουσα διαδρομή, με σταθμούς όπως η Cantina στη Σίφνο. Η εμπειρία και των δύο είναι ξεκάθαρη και αποτυπώνεται στην τεχνική της κουζίνας αλλά και στις συνολικές προθέσεις τους που αποπνέουν μπόλικη αυτοπεποίθηση. Το τελευταίο μάλιστα έγινε ξεκάθαρο από τα πρώτα πιάτα του δείπνου.

Η αρχή έγινε με ψωμί από τον φούρνο Ρίζος Ελαία στο Κουκάκι, διαφορετικές ελιές και μία τυροκαυτερή που εννοούσε το όνομά της. Επιτέλους, μία τυροκαυτερή που ήταν πραγματικά καυτερή και όχι απλά μια spicy τυροσαλάτα. Ακολούθησε το μοσχαρίσιο ταρτάρ με καπνιστή μελιτζάνα και φέτες focaccia. Η οξύτητα που χρειάζονται τόσο το ταρτάρ όσο και η μελιτζάνα έφερνε τα δύο βασικά υλικά σε σωστή ισορροπία, χωρίς κανένα να καλύπτει το άλλο. Μάλλον το αγαπημένο μου πιάτο από ολόκληρο το δείπνο.
Η κροκέτα ντομάτας, σε βάση γιαουρτιού, συκομαΐδα και λάδι από αποξηραμένα σύκα, έβγαζε αρώματα που δημιουργούσαν προσδοκίες πριν από την πρώτη μπουκιά. Εσωτερικά, όμως, η αρκετά ζυμαρένια υφή της, την έβγαζε αρκετά μακριά από την αίσθηση του παραδοσιακού ντοματοκεφτέ, στον οποίο παρέπεμπε η ιδέα. Πιο «συγκρατημένο» ήταν το skewer κολοκυθιού με λιωμένη παλαιωμένη γραβιέρα, κρέμα ταχινιού και λάδι τσίλι. Η γραβιέρα, το ταχίνι και η ήπια κάψα έδιναν νοστιμιά και διακριτική ένταση στο ουδέτερο γευστικά κολοκυθάκι.
Στις παπαρδέλες al limone, ένα από τα πιάτα ημέρας, ο Δαγδελένης έδειξε ότι δεν φοβάται τις υψηλές εντάσεις. Το λεμόνι δεν λειτουργούσε ως άρωμα ή ως μια απαλή οξύτητα στα ζυμαρικά αλλά κυριαρχούσε επιβλητικά στο πιάτο. Προσωπικά, ως λάτρης των έντονα λεμονάτων γεύσεων, το απόλαυσα αλλά αντικειμενικά είναι ένα διχαστικό πιάτο λόγω της υπερβολικής έντασης.
Αξιόλογη ήταν η συνέχεια με τα skewers από καλαμάρι και κρεμμύδι, σερβιρισμένα πάνω σε σάλτσα από ζωμό μυδιών και σαφράν. Το καλαμάρι είχε ιδανικό ψήσιμο, ενώ η σάλτσα συμπλήρωνε τη θαλασσινή του γεύση χωρίς να την καλύπτει. Οι γαρίδες, επίσης πιάτο ημέρας, ήρθαν με sauce Café de Paris και πούδρα μυδιών. Ο συνδυασμός νόστιμος, με τη βουτυράτη σάλτσα να δένει ωραία με την πρώτη ύλη αλλά ταυτόχρονα ήταν ένα ακόμη πιάτο που πρόσθετε πληθωρικότητα σ’ ένα μενού που είχε ήδη αρχίσει να τη συσσωρεύει αρκετά.

Τελευταίο από τα αλμυρά και αγαπημένο πιάτο του ίδιου του σεφ, ήταν τα agnolotti με κοτόπουλο και ίσως η πιο τεχνικά απαιτητική παρασκευή του δείπνου. Γέμιση από στήθος και μπούτι κοτόπουλο, μασκαρπόνε και παρμεζάνα, ενώ τα ζυμαρικά σερβίρονταν με ζωμό από τα κόκαλα του κοτόπουλου και παλαιωμένο βαλσάμικο. Η υφή των agnolotti ήταν όπως έπρεπε και ο ζωμός είχε βάθος, αλλά για μένα το σύνολο ήταν υπερβολικά δυνατό και βαρύ, ιδιαίτερα για την εποχή.
Τα δύο επιδόρπια έκλεισαν το γεύμα με καλύτερη αίσθηση ισορροπίας. Η μους σοκολάτας από το Εκουαδόρ, με ωμό σύκο, καραμελωνένα καρύδια και ανθό αλατιού, ήταν κυριολεκτικά πεντανόστιμη ενώ το ανάλαφρο tiramisù με κρέμα καρύδας είχε όση γλυκύτητα και ένταση χρειαζόταν. Επίσης μου άρεσε πολύ που το σύκο ως πρώτη ύλη εποχής πέρασε τόσο επιδέξια από τις αλμυρές παρασκευές στο επιδόρπιο.
Το service ήταν ευχάριστο και ευέλικτο, χωρίς περιττές τυπικότητες, ακριβώς όπως ταιριάζει σε έναν χώρο που θέλει να συνδυάσει το προσεγμένο φαγητό με τη χαλαρή ατμόσφαιρα μιας βραδινής εξόδου.
Συζητώντας μετά το γεύμα με τον Βαγγέλη Δαγδελένη, μου είπε ότι στόχος του είναι να παρουσιάσει μια φινετσάτη ελληνική κουζίνα. Γνωρίζει ότι αρκετοί περιγράφουν το Rhoé ως fusion, αλλά ο ίδιος δεν θεωρεί τον συγκεκριμένο όρο αντιπροσωπευτικό όσων θέλει να κάνει. Γνωρίζει καλά ότι ορισμένα πιάτα του έχουν έντονο χαρακτήρα και αποδέχεται πως δεν θα αρέσουν σε όλους. Προτιμά, όπως μου εξήγησε, να αφαιρέσει μια δημιουργία τελείως από το μενού παρά να την τροποποιήσει προκειμένου να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του κοινού.
Η κουζίνα του Rhoé διαθέτει τεχνική επάρκεια, τολμηρή μαγειρική άποψη και ορισμένα πολύ καλά πιάτα. Στο δικό μας δείπνο, η διαδοχή αρκετών πληθωρικών παρασκευών δημιούργησε σταδιακά μια συσσωρευμένη ένταση, οπότε στον επισκέπτη θα συνιστούσα να συνθέσει μια πιο ισορροπημένη εμπειρία. Για μένα, πάντως, οι καλύτερες στιγμές της βραδιάς ήταν εκείνες στις οποίες η αυτοπεποίθηση της κουζίνας εκφράστηκε με μεγαλύτερη εγκράτεια. Εκεί η τεχνική, η πρώτη ύλη και η προσωπικότητα των σεφ είχαν περισσότερο χώρο για να αναδειχθούν.
Info: Ερμού 92-94, Αθήνα. τηλ: 210 2241113, τιμή: τιμή €55-70
Φωτογραφίες: Σάββας Στανής