Ώρα για ξερίζωμα!

10 Νοεμβρίου 2021
Σίμος Γεωργόπουλος
Η ανάγκη για αναμπελώσεις είναι ένας εφιάλτης που δεν θα τον δει μόνον ο παραγωγός στον …ξύπνιο του αλλά και κάθε οινόφιλος στο ποτήρι του!

Αφορμή για αυτό το άρθρο αποτέλεσε η δοκιμή των κρασιών από το Κτήμα Φανταξομέτοχο, που προσφάτως παρουσίασα σε αυτήν τη στήλη. Όμως η περίπτωση του ονειρικού και πολυαγαπημένου κτήματος απλά έρχεται ως επιβεβαίωση πολλών άλλων περιπτώσεων που έχουν υποπέσει στην αντίληψη μου  και οι οποίες αφορούν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει το Ελληνικό κρασί στα επόμενα χρόνια, αυτό της αναμπέλωσης.

Σήμερα η Ελληνική οινοποιία μπορεί και προσφέρει κρασιά με ποιότητα και χαρακτήρα, ικανά να ανταγωνιστούν στο ποτήρι -και μόνο εκεί!- μια πολύ μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Αδιαμφισβήτητα, στην αιχμή του δόρατος αυτών των επιδόσεων βρίσκονται καταξιωμένα οινοποιεία με μεγάλη (για τα εγχώρια δεδομένα) ιστορία, που εκτός από άξιο ανθρώπινο δυναμικό διαθέτουν και σοβαρής έκτασης αμπελώνες σε ηλικία ικανή για μεγαλεία.

Όμως με τα περισσότερα από αυτά τα οινοποιεία να έχουν δημιουργηθεί τις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90, η ανάγκη για εκρίζωση των παλαιών κλιμάτων και  φύτευση νέων αρχίζει να χτυπά την πόρτα. Και αυτό γιατί τα περισσότερα μη αυτόριζα αμπέλια έχουν μια παραγωγική ζωή 30-35 χρόνων, νούμερο μάλιστα που ίσως στη χώρα μας να είναι ακόμα μικρότερο αφού ούτε οι κλώνοι ήταν οι καλύτεροι ούτε και οι φυτεύσεις οι σωστότερες.

Συνεπώς εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι σύντομα οι περισσότεροι αμπελώνες από τους οποίους προέρχονται τα πλέον καταξιωμένα Ελληνικά κρασιά, θα βρεθούν στις …εντατικές Και αυτό θα σημαίνει πολλά για την ποιότητα αυτών των  ετικετών, αφού θα πρέπει να περάσει τουλάχιστον μια δεκαετία προκειμένου τα νέα αμπέλια να φτάσουν στη φάση που θα προσφέρουν στοιχειώδη πολυπλοκότητα, γευστική διάρκεια και βάθος.

Προφανώς η ανάγκη για αναμπελώσεις δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε κάθε οινοπαραγωγική χώρα, όμως το πρόβλημα γίνεται εντονότερο εκεί που οι ιδιοκτησίες είναι μικρές και ο αριθμός των καλλιεργούμενων ποικιλιών μεγάλος, μοτίβο πολυφορεμένο στη χώρας μας.

Πριν δούμε τι μπορεί να γίνει εδώ ας δούμε τι συμβαίνει σε οινοπαραγωγικές περιοχές όπως το Μπορντό, η Τοσκάνη, η Χιλή ή η Αργεντινή. Εκεί, συνήθως  οι εκτάσεις είναι μεγάλες και οι φυτεμένες ποικιλίες λίγες οπότε η αναμπέλωση μπορεί να γίνεται σταδιακά και ο καρπός των νέων αμπελιών να ενσωματώνεται σταδιακά στο blend. Αν μάλιστα μιλάμε για super premium κρασιά μια άλλη ετικέτα (που συνήθως ονομάζεται 2η και κοστίζει πολύ λιγότερο) μπορεί να δημιουργηθεί από την πρώτη ύλη αυτών των κλιμάτων. Έτσι, αν κάποιος έχει 800 στρέμματα φυτεμένα με 2-3 ποικιλίες –σενάριο εξωγήινο για την Ελλάδα αλλά  σύνηθες στον υπόλοιπο οινοπαραγωγικό κόσμο- μπορεί να προχωρά σε σταδιακή αναμπέλωση 50-100 εξ αυτών ανά 5ετία χωρίς να διαταραχθεί ούτε η ποιότητα αλλά ούτε και η ποσότητα των κρασιών του.

Τι γίνεται όμως αν έχεις μονοψήφιο ή διψήφιο αριθμό στρεμμάτων και φτάσει η κακιά η ώρα; Η απλούστερη, σκληρότερη και πλέον περφεκτιονιστική  λύση είναι απλώς να σταματήσεις να κυκλοφορείς αυτή την ετικέτα, κάτι που έκανε ο σπουδαίος παραγωγός της Βουργουνδίας Comte Georges de Vogue όταν έφτασε η ώρα να αναμπελώσει το κομμάτι των 0,6ha μέσα στον ύψιστο Grand Cru αμπελώνα Musigny, που ήταν φυτεμένο με Chardonnay. Έτσι, ένα από τα πλέον μυθικά λευκά κρασιά του κόσμου, το Musigny Blanc, δεν κυκλοφόρησε από το 1993 έως το 2015(!!!), 22χρονο διάστημα που ο παραγωγός θεώρησε απαραίτητο προκειμένου ο αμπελώνας να δώσει αριστουργήματα ανάλογα του παρελθόντος.

Μια άλλη λύση βέβαια που εφαρμόζεται σε περιπτώσεις λιγότερο ιδιαίτερες και ξεχωριστές από αυτή του Musigny είναι η προμήθεια σταφυλιών από άλλες πηγές, μέχρι τα αμπέλια να μεγαλώσουν. Βέβαια αν το κρασί είναι single vineyard και το όνομα του αμπελώνα εξακολουθεί να αναγράφεται στην φιάλη μάλλον θα μιλάμε για εξαπάτηση. Ακόμα όμως και κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το σίγουρο είναι ότι το προφίλ του κρασιού θα αλλάξει και ο καταναλωτής θα βρεθεί μπροστά σε μια “άλλη” γεύση από αυτή που του ήταν οικεία.

Τελευταία επιλογή η προσθήκη του καρπού των νεαρών αμπελιών στο κρασί, με ότι εκπτώσεις μπορεί  αυτό να φέρει στην διάρκεια, το flavor και την πολυπλοκότητα.

Η αναμπέλωση πάντως μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για το επόμενο ποιοτικό βήμα του Ελληνικού κρασιού. Η χρήση καλύτερων και υγιέστερων κλώνων, η επιλογή καταλληλότερων για κάθε τόπο ποικιλιών, η σωστότερη διαμόρφωση, η εφαρμογή σύγχρονων τεχνικών αλλά και συσσωρευμένη εμπειρία είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσουν αμπελώνες με υψηλότερο δυναμικό από τους υπάρχοντες μακροπρόθεσμα, ενώ θα “ρεφάρουν “ εν μέρει τις ποιοτικές απώλειες βραχυπρόθεσμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα περί του τελευταίου αποτελεί η New Age Λημνιώνα του Χρήστου Ζαφειράκη που μπορεί να μην διαθέτει τη δομή και το βάθος την κλασσικής του Λημνιώνας, ωστόσο ήδη είναι πιο εκφραστική, δροσερή και σαφής.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι στα ποτήρια των …προσεκτικών οινόφιλων πολλές γνώριμες ετικέτες θα αποκτήσουν άγνωστη γευστική ταυτότητα και επιδόσεις. Αλλά και ότι η ψαλίδα μεταξύ των παραγωγών που διαθέτουν έναν ικανό σε έκταση ιδιόκτητο αμπελώνα και μια ορθολογική παραγωγή και εκείνων που από 30 στρεμματάκια προσπαθούν να βγάλουν 10 ετικέτες από 8 διαφορετικές ποικιλίες θα ανοίξει ακόμα περισσότερο!