Δεν είχα ξαναπεράσει ποτέ από την οδό Καρίπη ή τουλάχιστον όχι συνειδητά. Ένα από εκείνα τα στενά της Θεσσαλονίκης που, αν δεν έχεις λόγο να στρίψεις, απλώς το προσπερνάς. Αυτό άλλαξε τη βραδιά που βρέθηκα στο Purovoku. Ήθελα πολύ καιρό να πάω σε αυτό το bar και να το βιώσω. Συζητιόταν στην πρωτεύουσα από τους πρώτους μήνες λειτουργίας του αλλά φούντωσε η συζήτηση όταν έγινε το πρώτο bar της συμπρωτεύουσας που μπήκε στην λίστα 50’s Discovery. Ένα μπαρ σε τρία επίπεδα, που όμως απλώνει την φιλοξενία του στο πρώτο αλλά και στον πεζόδρομο ο οποίος γεμίζει με κόσμο σχεδόν καθημερινά. Στα άλλα δύο ξεδιπλώνεται η φιλοσοφία του η οποία έχει σαν επίκεντρο το sustainability με τα υλικά να παίρνουν δεύτερη ζωή σε διάφορες μορφές.
Η ταμπέλα «Who made the rules?» δεν με
προετοίμασε επαρκώς για αυτό που θα βίωνα. Το Purovoku, δημιούργημα των Αχιλλέα
Θανασούδα και Βαγγέλη Πενίκη, είναι η επιτομή της urban δημιουργικότητας. Δεν
είναι ακόμη ένα “ωραίο bar”. Είναι ένα όμορφο bar που προσπαθεί να ξεχωρίσει με
κάθε τρόπο και το καταφέρνει. Όχι με εντυπωσιασμούς αλλά με την απλότητα που
υπάρχει τριγύρω του.
Η μπάρα του ισογείου, όπου μόλις μερικά βήματα ξεχωρίζουν τον DJ από τον bartender, είναι το κύριο σημείο συνάντησης. Ο κατάλογος αλλάζει συχνά, ακριβώς γιατί όλα στηρίζονται σε εποχικά υλικά και την επιθυμία για ελαχιστοποίηση της σπατάλης. Ό,τι δεν χρησιμοποιείται φρέσκο, ζυμώνεται, αφυδατώνεται, μετουσιώνεται. Και ό,τι μπορεί να παραχθεί in-house, παράγεται: bitters, σιρόπια, infusions, γαρνιτούρες. Στην ταράτσα, το μικρό θερμοκήπιο δίνει τα δικά του φυτά ανάλογα με την εποχή και ενσωματώνονται σχεδόν σε κάθε συνταγή. από ότι μάθαμε σχεδιαζούν να εξαπλωθεί ακόμα περισσότερο και στις διπλανές ταράτσες.
Σε μια εποχή που το sustainability συχνά μένει
στη θεωρία, το Purovoku χτίζει πρακτικές που κάνουν τη διαφορά. Ανακυκλώσιμο
χαρτί για μενού και σουβέρ, συστήματα κομποστοποίησης και συνεργασίες με
μικρούς παραγωγούς που δεν δίνουν μόνο τα υλικά, αλλά διαμορφώνουν και τη
φιλοσοφία πίσω από κάθε cocktail.
Στο Purovoku, τίποτα δεν μένει στάσιμο και φυσικά ούτε ο κατάλογος. Το cocktail menu αλλάζει κάθε μήνα, φρεσκάροντας την εμπειρία και προκαλώντας τον επισκέπτη να δοκιμάσει κάτι που δεν έχει ξαναπιεί. Η επίσκεψή μου συνέπεσε με έναν κατάλογο που περιλάμβανε 7 cocktails και μια non alcohol επιλογή. Από αυτά δοκίμασα τρία τα οποία ξεδίπλωναν πλήρως την φιλοσοφία του Purovoku. Ξεκίνησα με το Strawberry Mezcalita, καπνιστό, γήινο και φρουτώδες ταυτόχρονα με Lost Explorer Mezcal, Rocks ’n’ Grapes τσίπουρο, φράουλα, τάραγκον και παντάν, ήρθε σε χαμηλό ποτήρι με μια γαρνιτούρα από τα leftovers της συνταγής. Δεύτερο το Jungle Bird, μια πιο «βρώμικη» εκδοχή του κλασικού cocktail, με barbecue sauce, ανανά και cacao πέρα από το ρούμι και το bitter. Όταν είδα τα συστατικά με ιντρίγκαρε, όταν το δοκίμασα το λάτρεψα. Τέλος δοκίμασα το Cucumber Tommy’s, με tequila, καρύδα, φυσικά αγγούρι και κάρυ που γέμιζε γεύση και δροσιά το στόμα. Και τα τρία ήταν παραδείγματα της προσήλωσης του Purovoku στην τεχνική, στην βιωσιμότητα, στην απλότητα αλλά πάνω από όλα στην γεύση που πρέπει να έχει ένα cocktail.
Το Purovoku είναι ένα fine drinking project με πυρήνα την κοινότητα. Επιθυμεί όχι μόνο να εντυπωσιάσει μέσα από τα νόστιμα ποτά του αλλά και να εμπνεύσει. Όπως έμαθα, περιμένουμε ακόμα περισσότερα πράγματα και δράσεις προς την φιλοσοφία που τους διακρίνει. Και επειδή σίγουρα παραξενεύσαι από το όνομα που του έδωσαν, δεν πρόκειται για ένα απλό λογοπαίγνιο. Είναι ένας φόρος τιμής σε ένα ιαπωνικό περιοδικό του 1968 που πήγαινε κόντρα στα κλισέ της εποχής. Όπως και το ίδιο το μπαρ: αντί να αντιγράψει τάσεις, τις επαναδιαπραγματεύεται, με χιούμορ, αισθητική και ουσία.
Υ.Γ.: Η λέξη Purovoku αποτελεί φωνητική μεταγραφή της αντίστοιχης ιαπωνικής προφοράς για το αγγλικό provoke που σημαίνει προκαλώ.
Info: Καρίπη 3, Αγορά Μπεζεστένι, Θεσσαλονίκη, Instagram: https://www.instagram.com/purovoku.project