Oozora, ενδιαφέρον funky Japanese

12 Δεκεμβρίου 2012
κριτική ιαπωνική κουζίνα zuma. sushi

Από τα πολυαναμενόμενα openings της χρονιάς, όχι μόνο επειδή το concept είναι δημοφιλές, ο σεφ πολλά υποσχόμενος, οι ιδιοκτήτες γνωστοί και το αρχιτεκτονικό γραφείο που το σχεδίασε στα πάνω του, αλλά επειδή είναι από αυτά που μας κάνουν να ελπίζουμε ότι η αθηναϊκή εστιατορική σκηνή ζει ακόμη!

7.0
Ατμόσφαιρα:
Εξυπηρέτηση:
Κάβα:
3.5 / 5.0
3.5 / 5.0
3.0 / 5.0
Τύπος:
Ποιότητα:
Κουζίνα:
Bar-restaurant
Μοντέρνα
Ιαπωνική

Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει αβίαστα είναι: άξιζε η αναμονή; Το Oozora αποδεικνύεται άξιο της συζήτησης που προηγήθηκε του ανοίγματός του; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα καλοσχεδιασμένο, από κάθε άποψη, εστιατόριο. Η κουζίνα του είναι ενδιαφέρουσα, αν και άνιση… τουλάχιστον για την ώρα. Το βασικότερο όμως είναι ότι δεν φέρνει κάτι νέο στην εστιατορική σκηνή της πόλης. Θα μου πείτε, κάθε καινούργιο εστιατόριο δεν μπορεί να αποτελεί statement ούτε και να διεκδικεί δάφνες αυθεντικής πρωτοτυπίας. Συμφωνώ. Όμως το στοίχημα, για όλους τους συντελεστές ενός τέτοιου εστιατορίου, είναι να δώσουν μια άλλη προσέγγιση σε αυτό που εγώ ονομάζω funky Japanese. Η πατρότητα του concept –παγκοσμίως- ανήκει χωρίς αμφιβολία στον Nobu Matsuhisa και τα ομώνυμα εστιατόριά του. Concept το οποίο δανείστηκαν στην συνέχεια πολλοί (ας πούμε τα –καταρχήν- λονδρέζικα Zuma και Roka, μεταξύ άλλων). Στα καθ’ ημάς η ιστορία επαναλαμβάνεται αφού τα Matsuhisa Mykonos και στην συνέχεια Athens δημιούργησαν σχολή και στην Ελλάδα. Άνοιξαν όμως σε μια άλλη εποχή. Το Oozora άνοιξε τώρα μόλις, δεν βλέπω όμως σε τι θα διέφερε αν άνοιγε το 2005 ή το 2006… ίσως δεν θα είχε τόσο καλά κοκτέιλ (επιμελημένα από τον Γιάννη Σαμαρά) τώρα που το σκέφτομαι! Ναι, είναι φτηνότερο από το Matsuhisa, αλλά δεν είναι, ακόμη τουλάχιστον, τόσο καλό και σαφώς βρίσκεται σε λιγότερο χαρισματικό –και ακριβό- location. Οπότε η διαφορά τιμής είναι δικαιολογημένη και η σχέση ποιότητας και τιμής σίγουρα όχι καλύτερη.

Αρκετά όμως με τις συγκρίσεις και την συζήτηση περί concept. Στο κάτω-κάτω είναι ένα φιλόδοξο και καλό εστιατόριο που του αξίζει να αντιμετωπιστεί αυτόνομα και ανεξάρτητα. Τον χώρο του παλιού Qor, έχει επιμεληθεί το αρχιτεκτονικό γραφείο K-Studio και η πιο δυνατή αισθητικά επέμβασή του είναι αναμφίβολα η κυματοειδής οροφή, που είναι σαφής αναφορά στο όνομα του εστιατορίου που σημαίνει «Μεγάλος Ουρανός» στα ελληνικά. Κατά τα άλλα, είναι ένας κομψότατος, σκούρος, λιτός χώρος στον οποίο κυριαρχούν η –κλεισμένη με γυαλί (χωρίς ωστόσο να αποφεύγεται εντελώς η μυρωδιά)- ανοιχτή κουζίνα αριστερά και η μεγάλη μπάρα δεξιά. Ο φωτισμός είναι απαλός και διάχυτος και η ακουστική καλή, αφού παρά τον κόσμο δεν έχει οχλαγωγία (το μυστικό είναι μάλλον η οροφή). Μόνη μου παρατήρηση σε ότι αφορά στο στήσιμο του μαγαζιού είναι το ενοχλητικό στρίμωγμα των τραπεζιών μεταξύ τους.

Ας προχωρήσουμε όμως στην ουσία, δηλαδή την κουζίνα. Επικεφαλής σεφ είναι ο Shumpei Takizawa από το –πολύ καλό- Zuma της Κωνσταντινούπολης. Η κουζίνα έχει τις fusion πινελιές που συναντάμε συνήθως σε αυτά τα εστιατόρια, μια μεγάλη γκάμα από σούσι, αλλά και robata grill που άλλοτε τα καταφέρνει περίφημα, όπως στην περίπτωση της έξοχης γαρίδας jumbo κι άλλοτε όχι και τόσο, όπως στον κλασικό σολομό teriyaki που ήταν στεγνός και άνοστος. Αυτή η ανισότητα είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της κουζίνας για την ώρα. Από πολλά πιάτα λείπει η ένταση, το άρωμα, το απαραίτητο κοντράστ. Το σεβίτσε θαλασσινών με γρανίτα τομάτας για παράδειγμα δεν είναι ούτε όσο ξινό, ούτε όσο πικάντικο οφείλει να είναι ένα σεβίτσε, ενώ η παγωμένη τομάτα σε συνδυασμό και με την πολύ χαμηλή θερμοκρασία του πιάτου γενικότερα το κάνει απλά άνοστο. Η υπερβολικά χαμηλή θερμοκρασία ήταν το μόνο πρόβλημα και σε μια, κατά τα άλλα, υπέροχη σαλάτα με τομάτα και μελιτζάνα. Το λαβράκι usuzukuri είναι ένα φίνο σασίμι με βινεγκρέτ τρούφας που όμως είναι αφενός πολύ πλαδαρή και αφετέρου υπερβολικά αρωματική και πνίγει το ψάρι. Το yellow tail usuzukuri λέει ότι έχει μια πικάντικη βινεγκρέτ yuzu που όμως δεν είναι ούτε πικάντικη, ούτε και ξινή. Από την άλλη η σαλάτα με καλαμάρι tempura είναι άψογα ζυγισμένη, δροσερή και νοστιμότατη. Στο σούσι οι επιδόσεις είναι καλές. Τα ρολά είναι καλοτυλιγμένα, ισορροπώντας άψογα μεταξύ του συνεκτικού και του χαλαρού που είναι το κύριο ζητούμενο (το ίδιο και τα nigiri), είναι καλά ισορροπημένα (αν κι εδώ λείπει καμιά φορά η ένταση, στο spicy tuna για παράδειγμα) και το μόνο σημείο στο οποίο χρειάζονται λίγη προσοχή είναι το κόψιμο του ψαριού ώστε και αυτό να «λιώνει» στο στόμα, χωρίς να αισθάνεσαι ίνες. Πολύ καλό και το τηγάνι στην τεμπούρα, όμως στην περίπτωση των ebi mayo (γαρίδες με μαγιονέζα-κάρι) το κάρι είναι αρκετά έντονο και η γαρίδα εξαφανίζεται.

Η κριτική μπορεί να φαίνεται σκληρή, όμως είναι προφανές ότι η κουζίνα του «Oozora» έχει δυνατότητες για πολύ καλύτερες επιδόσεις. Το στοίχημα εδώ είναι να συνειδητοποιήσουν έγκαιρα τις όποιες αδυναμίες και να μην τους «πάρει από κάτω» η επιτυχία των πρώτων εβδομάδων και νιώσουν σίγουροι και «έτοιμοι».

Η Κλίμακα της Βαθμολογίας
Ιστορικό Άρθρου