Όταν η Αθήνα ξεριζώνει τα τοπόσημα της

02 Ιουλίου 2026
Στέλιος Πενταρβάνης
Το ιστορικό καφενείο «Η Μουριά», στη γωνία των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, κατεβάζει οριστικά τα ρολά του ύστερα από 111 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας

Πάνε περισσότερα από 20-25 χρόνια που μετακομισα από τα Εξάρχεια σε μια πολυκατοικία της Βασιλίσσης Σοφίας στο ύψος του Πύργου Αθηνών, στους Αμπελόκηπους. Ήταν μια απόφαση δύσκολη για μένα καθώς έμενα ήδη αρκετά χρόνια στην περιοχή και μάλιστα είχα αλλάξει τρία διαφορετικά σπίτια. Για τη μετακόμιση με έψησε ο αγαπημένος μου, αείμνηστος φίλος Γιώργος Κωνσταντινίδης που είχε βρει το διαμέρισμα και με το χαρακτηριστικό του ύφος μου είχε πει «Έλα ρε μ@λακ@, αφού δεν οδηγείς όπως και εγώ, θα πηγαίνεις στη δουλειά με τα πόδια». Το έκανα και η πολυκατοικία που μένω με έχει φιλοξενήσει πια, περισσότερα χρόνια και από το σπίτι των γονιών μου στην Χαλκηδώνα του Πειραιά. Στη Μουριά λοιπόν, πήγαινα συνήθως μόνος μου, πράγμα ασυνήθιστο καθώς ακόμα και στο σινεμά, μία και μοναδική φορά έχω πάει χωρίς παρέα. Όμως τα Σάββατα, την πιο αγαπημένη ημέρα της εβδομάδας και εκείνη που πήγαινα στην περίφημη λαϊκή της Καλλιδρομίου που ήταν κυριολεκτικά δύο βήματα από το πρώτο μου σπίτι στην περιοχή, μου άρεσε να κάθομαι φορτωμένος σε ένα εξωτερικό τραπεζάκι της Μουριάς, συχνά και με γλάστρες συνήθως βασιλικού, δυόσμου,  λεμονοθύμαρου και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς, για να πιω έναν καφέ. Το απολάμβανα όσο δεν λέγεται, συχνά μάλιστα και κάποια απογεύματα στη μέση της εβδομάδας παρέα με τον διάσημο στην περιοχή σκύλο μου Ντάμπι. Το όνομα ομολογώ ότι προέκυψε αφού ήταν ήδη έξι μηνών, καθώς αρχικά τον έλεγα Μπάντι αλλά όλοι νόμιζαν ότι τον φώναζα Μπάμπη και ήταν κάτι που με ενοχλούσε, μια και επρόκειτο για έναν αριστοκράτη.

Μια άκρατη εμπορευματοποίηση

Η είδηση για την έξωση του καφενείου, με σκοπό την αλλαγή χρήσης του ακινήτου, προκάλεσε άμεση κινητοποίηση με συλλογή υπογραφών, αναδεικνύοντας το βαθύτερο πρόβλημα: η Αθήνα χάνει την ψυχή της στο βωμό μιας άκρατης εμπορευματοποίησης. Καθώς η Μουριά που άνοιξε το 1951, πριν ακόμα λειτουργήσει καν η λαϊκή της Καλλιδρομίου, δεν ήταν απλώς ένα καφενείο, αποτελούσε ένα ζωντανό μουσείο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Από τα τραπεζάκια της πέρασαν άνθρωποι που συζήτησαν για τον Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση. Άκουγα άθελα μου τις συζητήσεις στα διπλανά τραπέζια μεταξύ όλων αυτών των ανθρώπων με σπουδαία ιστορία που συναντιούνταν εκεί καθημερινά. Καλλιτέχνες, ποιητές, λογοτέχνες και μποέμ προσωπικότητες που όμως, πάντα αντιμετώπιζαν το μέλλον με αισιοδοξία ή τότε, εμένα έτσι μου φαινότανε. Μαζί με αυτούς και ιδιοκτήτες των καταστημάτων της Καλλιδρομίου και συχνά πολιτικοί αλλά και επισκέπτες, όπως εγώ, της λαϊκής του Σαββάτου. Δεν πρόκειται απλώς για τη ρομαντική νοσταλγία μερικών θαμώνων που έχασαν το στέκι τους. Είναι μια πολιτισμική και κοινωνική απώλεια που αφήνει την Αθήνα πιο φτωχή, πιο απρόσωπη και απομονωμένη. Η πόλη δεν είναι μόνο τα κτίριά της και οι οικονομικοί δείκτες των ακινήτων, είναι οι άνθρωποί της, οι ιστορίες τους και τα μέρη όπου αυτές οι ιστορίες τέμνονται. Και, καθώς τα καταφύγια της συλλογικής μνήμης γκρεμίζονται, ας αναρωτηθούμε, τι είδους ζωή τελικά θέλουμε να διαμορφώσουμε για το αύριο;


Η ανατομία μιας αστικής απώλειας

Όταν κλείνει ένα τοπόσημο με την ιστορία της «Μουριάς», η απώλεια δεν αποτιμάται σε οικονομικούς όρους. Πρόκειται για μια βίαιη ρωγμή στον αστικό ιστό. Αυτά τα καταστήματα λειτουργούν ως σταθερές αναφορές, καθώς προσφέρουν στους κατοίκους της περιοχής και όχι μόνο, την αίσθηση του ανήκειν σε μια μητρόπολη που μεταβάλλεται με ραγδαίο ρυθμό. Είναι ένα απτό παράδειγμα της επιθετικής τουριστικοποίησης και του αστικού «εξευγενισμού».  Η αυθεντική πατίνα του χρόνου, η φθαρμένη καρέκλα καφενείου και η απλότητα, αντικαθίστανται από μια αποστειρωμένη, παγκοσμιοποιημένη αισθητική. Αυτό βέβαια δεν είναι μια αναχρονιστική διαπίστωση-άποψη καθώς συμβαίνει και σε πολλές άλλες πρωτεύουσες του κόσμου και έχει κατακριθεί. Είναι σαφές ότι ζούμε σε μια εποχή όπου η πόλη γκρεμίζει τα «μνημεία» της, στη θέση των οποίων ξεφυτρώνουν μεταξύ άλλων conceptstores που με αστείο τρόπο, πολύ συχνά προσπαθούν να μιμηθούν την αισθητική του παρελθόντος. Πρόκειται για μια ειρωνεία του σύγχρονου lifestyle που τελικά καταστρέφει την αληθινή ιστορία για την μετατρέψει σε ένα σκηνικό για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι γεγονός ότι τα Εξάρχεια, μια περιοχή παραδοσιακά συνδεδεμένη με το εναλλακτικό, το μποέμ και το κοινοτικό πνεύμα, χάνει σταδιακά τους ντόπιους κατοίκους τους. Η πίεση του real estate και η μετατροπή των ακινήτων σε βραχυχρόνιες μισθώσεις ή άλλες χρήσεις εκδιώκει τις μικρές, ιστορικές επιχειρήσεις. Οι κάτοικοι αρχίζουν να νιώθουν ξένοι και τουρίστες στην ίδια τους τη γειτονιά. Αν συνεχιστεί αυτή η τάση, η Αθήνα κινδυνεύει να χάσει τα ιδιαίτερα, «ακατέργαστα» χαρακτηριστικά που την κάνουν μοναδική. Όταν τα παραδοσιακά καφενεία αντικαθίστανται από generic αλυσίδες, πανομοιότυπα καφέ και φαρμακεία με design σχεδιασμό, η πόλη χάνει την ταυτότητά της. Γίνεται μια ακόμα επαναλαμβανόμενη, προβλέψιμη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα χωρίς τοπικό χρώμα.

Η Αθήνα που επιλέγουμε

Πόσο ζυγίζει η απώλεια μιας αγαπημένης γωνιάς; Για όσους δεν περπατούν την Αθήνα, το κλείσιμο ενός καφενείου στα Εξάρχεια είναι απλώς μια μικρή είδηση στις πίσω σελίδες των εφημερίδων. Μια επιχειρηματική μεταβολή. Ένας αριθμός που αλλάζει χέρια στο real estate της πόλης. Για κάποιους από εμάς που ζούμε στους ρυθμούς αυτής της πρωτεύουσας, το τέλος της «Μουριάς» μετά από 111 χρόνια είναι ένας βίαιος αποχαιρετισμός. Είναι το ξερίζωμα ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Ναι, συχνά γοητευόμαστε από το νέο, το λαμπερό, το πρωτοποριακό. Υμνούμε το design, τις νέες αφίξεις και τις τάσεις που έρχονται να αλλάξουν τον χάρτη της διασκέδασης. Όμως, η αληθινή κομψότητα μιας πόλης δεν κρύβεται στους αποστειρωμένους μινιμαλιστικούς τοίχους των νέων καταστημάτων. Κρύβεται στην πατίνα του χρόνου, στο φθαρμένο μάρμαρο, στην πρώτη καλημέρα που ανταλλάσσεις με έναν άγνωστο στο διπλανό τραπέζι. Όταν οι καθημερινοί τόποι της συλλογικής μας μνήμης σβήνουν, η πόλη δεν γίνεται πιο σύγχρονη, αλλά πιο φτωχή και σίγουρα πιο μόνη. Αν επιτρέψουμε στην Αθήνα να χάσει την ψυχή της, τότε κανένα νέο trend δεν θα είναι αρκετό να γεμίσει το κενό. Χαίρομαι πολύ που επισκέφτηκα τη Μουριά ξανά πριν από 3 χρόνια, όχι Σάββατο, αλλά μια καθημερινή απόγευμα και ήταν όλα στη θέση τους. Ίδιες παρέες και ίδια πρόσωπα αν και μου έλειπε βέβαια ο Ντάμπι.