Είναι απόλυτα αποδεκτό ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υπήρξε ένας από τους πιο κομψούς και καλοντυμένους άνδρες στην ιστορία της ελληνικής showbiz. Το στυλ του θεωρείται υποδειγματικό γιατί συνδύαζε την αριστοκρατική καταγωγή, τη γαλλική φινέτσα και μια ανεπιτήδευτη αρρενωπότητα με μοναδικό χιούμορ (στις ταινίες του) που όμως απέπνεε αυτοπεποίθηση. Η αλήθεια είναι ότι όπως πολλοί έχουν αναφέρει πως στην πραγματική ζωή υπήρξε μεν εξίσου κομψός, αλλά και ιδιαίτερα βλοσυρός. Όντας ευκατάστατος, καθώς γεννήθηκε στο Κολωνάκι το 1913 από εύπορη οικογένεια, οι γονείς του είχαν αριστοκρατική καταγωγή καθώς ήταν χρυσοχόοι από την Κωνσταντινούπολη, με απώτερες ρίζες από τη Σινώπη του Πόντου. Διατηρούσαν μάλιστα ένα γνωστό εκείνη την εποχή κοσμηματοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας,γεγονός που του επέτρεψε να έχει οικονομική άνεση στα πρώτα χρόνια της καριέρας του και όχι μόνο. Η ενδυματολογική του ταυτότητα τον καθιέρωσε ως αναμφισβήτητο «Maître της Κομψότητας» στη χώρα μας και συχνά τον σύγκριναν με αστέρες του Χόλιγουντ.

Η γαλλική παιδεία, το παρελθόν ως μοντέλο και το έμφυτο στυλ
Το 1931, μόλις 18 ετών, βρέθηκε στο Παρίσι όπου εργάστηκε ως μοντέλο. Εκεί αφομοίωσε τη δυτικοευρωπαϊκή αισθητική και έμαθε πώς να «φοράει» τα ρούχα, χωρίς εκείνα να τον «φοράνε», αποκτώντας έναν αέρα που έλειπε ή καλύτερα θα λέγαμε ότι σχεδόν δεν υπήρξε στα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Επέστρεψε 7 χρόνια αργότερα, πλήρης γνώσεων το καλοκαίρι του 1938 για να παρουσιαστεί στον ελληνικό στρατό με πρόθεση να επιστρέψει στο Παρίσι, όμως, το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου τον κράτησε στην Αθήνα για πάντα. Υπήρξε τακτικός πελάτης στα κορυφαία αθηναϊκά ραφεία, ένα από αυτά και ο περίφημος Χριστάκης στο Κολωνάκι. Τα πουκάμισα του είχαν πάντα κεντημένα τα αρχικά του, ενώ τα αγαπημένα του σταυρωτά κοστούμια απαιτούσε να έχουν τέλεια εφαρμογή στους «περίεργους» ώμους του. Φορούσε πάντα το χαρακτηριστικό chevalier δαχτυλίδι και συνδύαζε μεταξωτές γραβάτες και συχνά παπιγιόν με τις λευκές pochettes που αγαπούσε. Ήξερε να αλλάζει το ντύσιμο του ανάλογα με την εποχή και την περίσταση. Προτιμούσε φίνα μάλλινα παλτό με ύφασμα ψαροκόκαλο και σκουρόχρωμα κοστούμια τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι, κατά παραγγελία λινά κοστούμια, κομψά σπορ πουλόβερ και συνήθως, το αγαπημένο του αξεσουάρ, ένα μεταξωτό φουλάρι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πανύψηλος καθώς ήταν, υπήρξε τερματοφύλακας της ΑΕΚ στα νιάτα του και μάλιστα χωρίς προσπάθεια μια και γνώριζε πως να σταθεί, γενικότερα.

Ο αγαπημένος Λάμπρος Κωνσταντάρας και οι μύθοι του Χόλιγουντ
Θα πρέπει όταν μιλάμε για ανδρικό στυλ στον ελληνικό κινηματογράφο, να υπάρχει η κατηγορία «καλοντυμένοι ηθοποιοί» και φυσικά να υπάρχει ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Ο άνθρωπος που δεν φόρεσε απλώς κοστούμια, αλλά παρέδωσε μαθήματα bespoke ραπτικής και κοσμοπολίτικης αύρας μέσα από τη μεγάλη οθόνη και την πραγματική του ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κριτικοί κινηματογράφου, οι στυλίστες και οι αναλυτές του lifestyle δεν τον περιόρισαν ποτέ στα στενά ελληνικά σύνορα. Το παράστημα, η γαλλική του παιδεία και η εμμονική προσοχή του στη λεπτομέρεια, τον τοποθέτησαν σε ένα παγκόσμιο Πάνθεον κομψότητας. Η πιο συχνή και ίσως εύστοχη σύγκριση γινόταν πάντα με τον βασιλιά του Χόλυγουντ, τον Cary Grant. Όσο και αν ακούγεται «περίεργο» η αλήθεια είναι ότι τόσο ο Grant, τόσο και ο Κωνσταντάραςείχαν την σπάνια ικανότητα να φορούν ένα εξαιρετικά επίσημο ένδυμα—όπως ένα σταυρωτό κοστούμι ή ένα σμόκιν—και να δείχνουν απόλυτα χαλαροί μέσα σε αυτό. Οι Ιταλοί το ονομάζουν sprezzatura, και είναι ουσιαστικά η τέχνη του να δείχνεις κομψός χωρίς καμία εμφανή προσπάθεια. Οι δύο πρωταγωνιστές, ο ένας του Χόλιγουντ και ό άλλος επιφανής στη δική μας επικράτεια, υπήρξαν πιστοί στους καλύτερους ράφτες. Είναι αλήθεια ότι ο Cary Grant και ο Clark Gable, διέθεταν μια γήινη-στιβαρή αρρενωπότητα όμως ο αγαπημένος Λαμπρούκος του ελληνικού σινεμά, είχε ακριβώς την ίδια δυναμική στυλιστικής ισορροπίας. Τα ρούχα τους δεν είχαν κανενός είδους snob twist, αντίθετα, όλοι απέφευγαν να δείξουν απροσπέλαστοι, όπως και ο Κωνσταντάρας που αποφόρτιζε την αυστηρότητα του ντυσίματός του με το πηγαίο κωμικό του βλέμμα, κάνοντας το στυλ του απόλυτα ελκυστικό και καθόλου απρόσιτο.

Το χιούμορ ως αξεσουάρ
Όταν ο Κωνσταντάρας άφηνε τα σκουρόχρωμα κοστούμια του γραφείου για χάρη των καλοκαιρινών του ρόλων, η εικόνα του παρέπεμπε απευθείας στον Sean Connery των πρώτων ταινιών 007. Τα άψογα λευκά λινά σύνολα, τα σπορ πουλόβερ ριγμένα στους ώμους και, κυρίως, τα μεταξωτά φουλάρια δεμένα με μαεστρία στον λαιμό, είχαν την ίδια ακριβώς σχεδιαστική φιλοσοφία με τις εμφανίσεις του Connery στις Μπαχάμες ή το Μόντε Κάρλο, αλλά και οι δύο διέθεταν μια αθλητική σωματική διάπλαση. Η αλήθεια είναι ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν αντέγραψε κανέναν, ούτε καν το σκέφτηκε. Αντίθετα, πήρε τη γαλλική φινέτσα που ενστερνίστηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του `30, τη συνδύασε με το μεσογειακό του ταπεραμέντο και δημιούργησε μια ολότελα δική του σχολή. Κατάφερε να αποδείξει ότι το στυλ δεν είναι απλώς ακριβά ρούχα, αλλά στάση ζωής και σεβασμός στην αισθητική, εκείνη που του άρμοζε. Γι` αυτό και σήμερα, δεκαετίες μετά, η εικόνα του παραμένει το απόλυτο σημείο αναφοράς για το τι σημαίνει πραγματικός, διαχρονικός τζέντλεμαν.