Γιώργος Λελεκτσόγλου, ο έλληνας καβίστας του Ροδανού

12 Οκτωβρίου 2011
Το Αμπελοτόπι κάβα Ροδανός Γαλλία

Είχα ακούσει για τον Έλληνα από τις Σέρρες που διατηρεί μια από τις καλύτερες κάβες της Γαλλίας, στην περιοχή του Ροδανού Ποταμού. Μου είχε μιλήσει γι’ αυτόν ο Γιάννης Θεοδώρου, ένας από τους πιο σοβαρούς συλλέκτες οίνων της Ελλάδας και μέγας γνώστης των κρασιών της Γαλλίας. Ο κ. Θεοδώρου είχε ανακαλύψει εντελώς τυχαία, το 1995, την κάβα του Γιώργου Λελεκτσόγλου στην κεντρική πλατεία Taurobole (τι όνομα κι αυτό!) της κωμόπολης Tain-l’Hermitage, ψάχνοντας για ένα κατάστημα απ’ όπου θα μπορούσε να αγοράσει τα κρασιά των καλύτερων οινοπαραγωγών του Ροδανού.

Επρόκειτο, έλεγε και ξανάλεγε, αναφερόμενος στον Γιώργο Λελεκτσόγλου, για «φαινόμενο», όχι μόνο γιατί η κάβα του είχε αποδειχθεί πραγματική σπηλιά του Αλή Μπαμπά, αλλά γιατί, επιπλέον, ο ίδιος ήταν ένας ενδιαφέρων, όσο και ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, με αναπάντεχα βαθιά γνώση του γαλλικού κρασιού. Ένα άλλο στοιχείο που είχε γοητεύσει τον Γιάννη Θεοδώρου, ήταν το γεγονός ότι ο κ. Λελεκτσόγλου είχε διατηρήσει στην ομιλία του ανέπαφη τη φωνητική παράδοση του τόπου του και ήταν, έλεγε ο κ. Θεοδώρου, σκέτη απόλαυση να τον ακούς να προφέρει τα ιερά ονόματα παραγωγών και κρασιών της Βουργουνδίας και του Ροδανού στα χωριάτικα σερραϊκά!

Έτσι, φέτος το καλοκαίρι, όταν μου δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον Γιώργο Λελεκτσόγλου και την κάβα του, δεν την άφησα να πάει χαμένη. Με έτρωγε η περιέργεια να γνωρίσω από κοντά αυτόν τον Έλληνα που είχε κατορθώσει να γίνει γνωστός πουλώντας σε Γάλλους γαλλικό κρασί.

Μαθήματα αρχαίων ελληνικών.

Διαβαίνοντας το κατώφλι της καθόλα παραδοσιακής κάβας, Compagnie de l’Hermitage, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν ένας μεγάλος χάρτης της Ελλάδας. Να μια έκπληξη! Ο ίδιος ο κ. Λελεκτόσγλου ήταν καθισμένος στο γραφείο του, με το ένα μάτι στον υπολογιστή και το άλλο στο δορυφορικό κανάλι της ΕΡΤ που έπαιζε στην οθόνη μιας κρυμμένης τηλεόρασης. «Καλώς τους!» είπε, και πριν προλάβουμε καλά-καλά να ολοκληρώσουμε τις συστάσεις είχε ανοίξει ένα θαυμάσιο Condrieu για να μας υποδεχθεί και είχε στείλει τη βοηθό του στη διπλανή charcuterie (αλλαντοπωλείο) να μας φέρει ένα σωρό λιχουδιές. «Θα κάτσουμε εδώ, à la bonne franquette που λένε και οι Γάλλοι (σ.σ. απλά και φιλικά), να τα πούμε, δοκιμάζοντας κρασιά», μας είπε. Πράγματι, μέσα στο επόμενο δίωρο καθισμένοι γύρω από δύο άδεια βαρέλια που εκτελούσαν χρέη τραπεζιού, ο κ. Λελεκτόσγλου εξάντλησε κάθε περιθώριο ελληνικής και γαλλικής φιλοξενίας, ανοίγοντας μια σειρά από σπουδαία κρασιά καθώς μας διηγείτο την ιστορία του.

Η πορεία του δεν διαφέρει από εκείνη πολλών ελλήνων μεταναστών που δούλεψαν σκληρά στο εξωτερικό, εκμεταλλεύτηκαν ευκαιρίες και ενσωματώθηκαν με επιτυχία στις κοινωνίες που τους φιλοξένησαν, για να γίνουν αυτό που οι παλαιότεροι έλεγαν «επιτυχημένοι». Όπως πολλοί συμπατριώτες μας μετά τη μεταπολίτευση, ο κ. Λελεκτσόγλου σκέφθηκε να σπουδάσει στη Ρουμανία, που ήταν κοντά και φτηνά. «Μετά από έξι μήνες δεν άντεχα άλλο τη μιζέρια της Ρουμανίας και αποφάσισα να πάω στην Αγγλία», λέει. Με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη και χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν από την οικογένειά του, ξεκινά με το τρένο σε μια οδύσσεια προς το Λονδίνο η οποία, όμως, λόγω έλλειψης χρημάτων θα τελειώσει άδοξα στη Λυών. «Βρίσκομαι άφραγκος, άρρωστος και πεινασμένος στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών και δεν ξέρω πού να πάω και τι να κάνω», διηγείται. «Ήμουν πραγματικά εξαθλιωμένος». Με τα τελευταία κέρματα που είχε στην τσέπη πηγαίνει σε ένα κεντρικό περίπτερο όπου αγοράζει μια ελληνική εφημερίδα• την ανοίγει διάπλατα κάνοντας πως τη διαβάζει, με την ελπίδα μήπως τον δει κανένας έλληνας περαστικός και σταματήσει να του μιλήσει! Δεν έτυχε, αλλά κάποιος που τον λυπήθηκε του συνέστησε να πάει στον οίκο των καθολικών φοιτητών για τζάμπα σισίτιο. «Πήγα και εκεί που καθόμουν με πέντε χιλιάδες άλλους σε μια ατελείωτη ουρά για να φάμε, ακούω ένα “ε, όχι ρε μαλάκα!”. Ήταν ένας συγχωριανός μου, ο Άγγελος Αγγελίδης, γιος του μπακάλη της γειτονιάς, ο οποίος όταν με είδε λιποθύμησε γιατί είχα να δώσω σημεία ζωής πάνω από έξι μήνες (από τότε που είχα φύγει για τη Ρουμανία) και όλοι με είχαν ξεγράψει. Ο Άγγελος έμενε σε ένα βρομερό και τρισάθλιο κτίριο, γιατί ένας άλλος έλληνας, εκμεταλλευτής, που τα είχε φτιάξει με μια Ισπανίδα που είχε ένα εστιατόριο, τον είχε πάρει να σερβίρει παέλια και τον κοίμιζε τζάμπα».

Εκεί βρήκε καταφύγιο και ο κ. Λελεκτσόγλου και την επομένη πήγε με το συγχωριανό του στο Καθολικό Ινστιτούτο της Λυών, όπου και γράφτηκε για να μάθει γαλλικά. («Το ’76 που ήρθα, για να πάρεις άδεια παραμονής έπρεπε να γραφτείς στο πανεπιστήμιο, αλλά για να γραφτείς στο πανεπιστήμιο έπρεπε να ξέρεις γαλλικά. Τότε είχε πολλούς Κύπριους στη Γαλλία λόγω του πολέμου και το μόνο πανεπιστήμιο που μας έπαιρνε χωρίς να δίνει καθόλου σημασία στη γλώσσα ήταν το Πανεπιστήμιο της Ντιζόν. Γραφτήκαμε καμιά 60αριά Έλληνες τότε, πολλοί στην οινολογία, δεν πάτησα ούτε μια φορά!»).

Έπρεπε, όμως, να λύσει το πρόβλημα της στέγης και να φύγει από το αχούρι όπου έμενε. «Τι να κάνω; Έφτιαξα μια μεγάλη ταμπέλα που έγραφε “αριστούχος αρχαίων ελληνικών δίνει μαθήματα έναντι κατοικίας” και άρχισα να κόβω βόλτες στο κέντρο της πόλης. Ε, λοιπόν, την επόμενη ημέρα κοιμόμασταν μέσα σε έναν πύργο στο κέντρο της Λυών! Με προσέλαβε μια κοντέσσα για να κάνω μαθήματα στον εγγονό της και σε αντάλλαγμα μας έδωσε τους παλιούς στάβλους του πύργου για να κοιμόμαστε. Αφού εγκαταστάθηκα στο σατό και άφησα γενιάδα για να μην φαίνεται πόσο είχα αδυνατήσει, πήρα μια φωτογραφία του εαυτού μου μπροστά στον πύργο και την έστειλα στη μάνα μου. Μια εβδομάδα αργότερα, ήρθαν άλλοι έξι Έλληνες από τη σχολή, τους οποίους τους βόλεψα και αυτούς στους στάβλους. Δύο μήνες αργότερα ήμουν πρόεδρος των Ελλήνων Φοιτητών της Λυών, έξι μήνες αργότερα ήμουν στο εθνικό συμβούλιο Ελλήνων Φοιτητών Γαλλίας και έτσι βρέθηκα στο πρώτο συνέδριο της ΕΦΕΕ το ’77».

Με εμπνευστή τον Grippa!

Στη συνέχεια ο κ. Λελεκτσόγλου γράφεται στο τοπικό πανεπιστήμιο, στις πολιτικές επιστήμες, ενώ αναπόφευκτα γνωρίζεται και με μια Véronique, την οποία παντρεύεται. Πώς, όμως, από την ενεργό πολιτική δράση και τις σπουδές πολιτικών επιστημών, καταλήγει στο κρασί; «Ήταν όλα θέμα τύχης», λέει. «Τον Σεπτέμβριο του 1982 επρόκειτο να έρθει η αδελφή μου στη Λυών για να σπουδάσει και έτσι βαλθήκαμε με τη γυναίκα μου να ψάχνουμε για ένα μεγαλύτερο σπίτι που θα μας χωρούσε όλους. Καθώς δεν βρίσκαμε τίποτα και πλησίαζαν και οι διακοπές του καλοκαιριού, αφήσαμε τα πράγματά μας στο σπίτι της γιαγιάς της γυναίκας μου στο Tain-l’Hermitage. Όμως, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού πέθανε ο παππούς και όταν γυρίσαμε από τις διακοπές, η γιαγιά μας προσκάλεσε να μείνουμε μαζί της για να μην αισθάνεται μόνη. Η Βερονίκ συνέχισε τις σπουδές της στη Λυών, αλλά εγώ δεν ήθελα να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα στην πόλη και έτσι εγκαταστάθηκα για τα καλά στο Tain-l’Hermitage. Την εποχή εκείνη ήμουν και αθλητής και κάθε μέρα έκανα τζόγκιγκ μέσα στον αμπελώνα, αφού εδώ μόνο αμπέλια έχει η περιοχή. Μια μέρα εκεί που έτρεχα, σταματώ σε ένα οινοποιείο, του Jean-Louis Grippa, μπαίνω μέσα και λέω στον εαυτό μου: πάει τελείωσε• με αυτό θέλω να ασχοληθώ στη ζωή μου, να πουλώ κρασιά».

Έτσι, ο κ. Λελεκτσόγλου τα παρατάει όλα (σπουδές, πολιτική, φωτογραφία — κάλυπτε και αγώνες αυτοκινήτων για τους 4Τροχούς), εγγράφεται στο επιμελητήριο ως κρασέμπορας («δίχως να γνωρίζω απόλυτως τίποτα», διευκρινίζει) και μετατρέπει το υπόγειο του σπιτιού της γιαγιάς σε κάβα αποθήκευσης κρασιών. «Πήγαινα στους παραγωγούς, δοκίμαζα τα κρασιά τους και αγόραζα ό,τι μου άρεσε. Στη συνέχεια πήγαινα στα καλά εστιατόρια της Λυών να τα πουλήσω. Μέσα σε έξι μήνες είχα πελάτες όλα τα τριάστερα εστιατόρια της περιοχής: Chapelle, Bocuse, Troisgros…». Ενάμιση χρόνο αργότερα γίνεται συνέταιρος με τον Pierre Gagnaire (ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια, σήμερα, της μαγειρικής), με τον οποίο άνοιξε ένα εστιατόριο καθώς και κάβα στο Σεντ Ετιέν, αλλά ένα χρόνο αργότερα οι δρόμοι τους χώρισαν. Την πρώτη ιδιόκτητη κάβα την άνοιξε το 1988 στο Tournon-sur-Rhone — στην ακριβώς απέναντι από το Tain-l’Hermitage όχθη του Ροδανού ποταμού — και έξι χρόνια αργότερα μετακόμισε την επιχείρησή του στην τωρινή της τοποθεσία στο Tain-l’Hermitage. Σήμερα η κάβα Compagnie de l’Hermitage κάνει πάνω από 600.000 € τζίρο «μόνο η λιανική, μόνο τοπικά κρασιά, χωρίς χύμα, χωρίς ασκό», ενώ άλλες δύο εταιρείες του κ. Λελεκτσόγλου έχουν ως αντικείμενο την παραγωγή και την εμπορία κρασιού. «Κάνω όλες τις δουλειές , λέει ο έλληνας επιχειρηματίας, μέχρι και ένα wine bar είχα κάποια στιγμή, ακριβώς απέναντι, τώρα είναι το καλύτερο εστιατόριο της πόλης. Κάνω κουρτάζ, λιανική, χονδρική, μισο-χονδρική...». Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο κ. Λελεκτσόγλου παράγει και δύο καταπληκτικά κρασιά Côtes du Rhône Villages με δικές του ετικέτες («Pure Syrah» και «Pure Grenache»), ενώ έχει αναπτύξει και συνεργασία με τον αγοραστή οίνων της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Leclerc. Για την παραγωγή του Pure Grenache, προσέλαβε έναν οινολόγο στον οποίο είπε: «Φρανσέσκο, θα κάνουμε ένα κρασί όπως το έκαναν προτού εμφανιστούν τα φυτοφάρμακα• δεν θα προσθέσουμε απολύτως τίποτα μέσα στο κρασί όπως τον παλιό καλό καιρό που τα γέρικα γκρενάς έφταναν τους 15,5% με φυσικό τρόπο διατηρώντας ταυτόχρονα μια εκπληκτική φυσική οξύτητα».

Tα σχέδια του κ. Λελεκτσόγλου για το μέλλον περιλαμβάνουν τη δημιουργία δύο καβών-wine bar, στο Λονδίνο και στη Λωζάνη σε συνεργασία με δύο πελάτες του. Την Ελλάδα και την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μονόβρυση Σερρών δεν την ξεχνά («οι Σέρρες είναι η Ρομανέ Κοντί του καπνού!») αλλά δεν θέλει να ακούσει για δουλειές εδώ. «Ούτως ή άλλως, από την Κατερίνη και κάτω δουλειές δεν κάνω γιατί δεν πληρώνουν!», λέει γελώντας.

BOX Για τους γάλλους εστιάτορες «Έχεις το μαγαζί, έχεις τα εστιατόρια που στη σπάζουνε, θέλουν τρία μπουκάλια από αυτά, δύο από εκείνα. Παλιά τα εστιατόρια αγόραζαν ποσότητες, π.χ. ο Troisgros μπορεί και να έπαιρνε 300 φιάλες Hermitage του Chave κάθε χρόνο και να τα έβγαζε στην κάρτα του 6-7 χρόνια αργότερα. Είχαν στοκ, είχαν τον Marquis d’Angerville, τον Montille, όλο τον καλό τον κόσμο. Τώρα ο μικρός γιος, ο Μισέλ, αγοράζει 10-12 μπουκάλια. Το καλύτερο εστιατόριο της Αrdèche έρχεται κάθε Δευτέρα εδώ για να αγοράσει 2-3 μπουκάλια! Το μόνο καλό σ’ αυτήν την ιστορία είναι ότι τουλάχιστον έτσι, με τις μικρές ποσότητες, πληρώνουν τοις μετρητοίς, γιατί μη νομίζετε πως είναι κι εύκολο με τα γαλλικά εστιατόρια, ειδικά τώρα που έχουμε και εδώ κρίση. Μάλιστα εμείς λέμε ότι πραγματικά υπάρχει κρίση γιατί έπαψαν να παραγγέλνουν ακόμα και αυτοί που δεν πληρώνουν!».

 

Αναδημοσιεύεται από την εφημερίδα " Το Αμπελοτόπι".