Παρότι ο χώρος μού ήταν ήδη γνωστός, εκείνο το μεσημέρι βάλθηκα πάλι να παρατηρώ το ντεκόρ γύρω μου. Οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις και οι (pop-cultural) kitsch φωτογραφίες στους τοίχους με έκαναν να αναζητώ και πάλι τη σχέση του ονόματος του εστιατορίου – και του διάκοσμου κατ’ επέκταση – με τη βαθιά νόστιμη τοπική (ηπειρώτικη), αλλά και πολύ προσωπική κουζίνα της Ελένης Τοδούλου-Φεύγα, αλλά και με την ευγένεια της συντηρήτριας έργων τέχνης, Μαρίας Φάλλια, που εκτός από συνιδιοκτήτρια είναι και υπεύθυνη για το σέρβις.
Από τη μια, λοιπόν, προσπαθούσα να μην παρασυρθώ από τις νοστιμιές του καταλόγου και από την άλλη σκεφτόμουν όλα αυτά που είχα κάποτε διαβάσει στο βιβλίο μιας βενεζουελανής ιστορικού τέχνης, της Celeste Olalquiaga (The Artificial Kingdom. A Treasury of the Kitsch Experience), η οποία εξηγούσε πώς λειτουργεί το kitsch και πώς το οικείο των καθημερινών και επαναλαμβανόμενων έργων τέχνης (εδώ κολλάει η μαγειρική) επιτρέπει να ανασύρουμε από τη μνήμη μας εμπειρίες που έχουμε αποθηκεύσει, άλλοτε ως αυθεντικές αναμνήσεις και άλλοτε ως φαντασιώσεις.
Πόσες παιδικές αναμνήσεις να ανασύρθηκαν άραγε, από τη μνήμη μου όταν είδα τις εκείνες τις λαχταριστές, διπλοτηγανισμένες πατάτες να καταφθάνουν μισο-σκεπασμένες από εκείνη την κρέμα των ηπειρώτικών τυριών (γαλοτύρι και τσαλαφούτι) ή όταν ήρθαν τα κεφτεδάκια (από μοσχαρίσιο και χοιρινό κιμά);
Ναι, το δηλώνω εξ αρχής, πήραμε αρκετά πιάτα
(ίσως και πολλά), αλλά θα σταθώ περισσότερο σε δύο: καταρχάς στη σύζουμη
κατσικομακαρονάδα, δηλαδή, βρασμένη σε ζουμί από κατσικάκι Αιτωλοακαρνανίας και
πασπαλισμένη με μπόλικο τριμμένο ανθότυρο της αυτής καταγωγής, ένα φαγητό που
ακόμα και τώρα το θυμάμαι να κολλάει στα χείλια μου σα «λιγωμένο φιλί» και
απορώ με την αλήθεια του.
Στο δεύτερο θα σταθώ όχι μόνο για τη νοστιμιά του, αλλά γιατί το θεωρώ και απάντηση σε όσους πιστεύουν ότι η κουζίνα μας είναι απλή και δεν προϋποθέτει γνώση και τεχνικές. Αναφέρομαι στην πίτα εκείνης της ημέρας, μια άψογη, ηπειρώτικη λαχανόπιτα με χόρτα εποχής. Θα έλεγα ότι όλη η σοφία και η αγάπη της μαγείρισσας έμοιαζε να είχε χωρέσει σε αυτή την «ταπεινή» χορτόπιτα. Αρχικά γιατί χρειάζεται ψάξιμο για να βρει κανείς – στην πόλη – γνώση για να συνταιριάξει τα χόρτα (σπανάκια, σέσκουλα, μυρώνια, καυκαλήθρες, τσουκνίδες, πράσα, φρέσκα κρεμμυδάκια κι άνηθο), αλλά κυρίως υπομονή για να τα καθαρίσει, να τα πλύνει, να τα κόψει, να τα στύψει και να τα ενώσει σε μείγμα με την τέλεια διαλεγμένη ηπειρώτικη, αιγοπρόβεια φέτα, προσθέτοντας ελαιόλαδο, πιπέρι και τόσο- όσο αλάτι και στη συνέχεια να φτιάξει με μαεστρία μια ζύμη, να την ανοίξει σε λεπτό φύλλο και να το τυλίξει, όπως πρέπει σε ρολό, φροντίζοντας για να μην είναι ούτε πολύ σφιχτό, ούτε χαλαρό ώστε να κυκλοφορεί ο αέρας στο εσωτερικό του γιατί μόνο έτσι δεν υγραίνεται το φύλλο. Μένει τραγανό και, αφού το λαδώσει, χρειάζεται να ξέρει και πως να το ψήσει όπως πρέπει και στο χρόνο που πρέπει… Αν δοκιμάζοντας τη, τα νιώσετε όλα αυτά, τότε εξηγήστε μου ποιος αντιστέκεται στη δύναμη της μνήμης του και ποιος νοιάζεται αν είναι φαντασίωση ή πραγματική ανάμνηση, αυτό που τον κάνει να συγκινείται;
Ίσως θα ήταν άδικο για να μην αναφερθώ και στα άλλα, εξίσου εκμαυλιστικά πιάτα, που δοκιμάσαμε. Όπως, για παράδειγμα, στο ηπειρώτικο φρυγαδέλι με την προζυμένια πιτούλα και τη δροσερή σος γιαουρτιού, στο παϊδάκι -πρόβατο από τη Λάκκα Σουλίου και το ιδίας τοπωνυμικής προέλευσης ζυγούρι με ρεβίθια Κοζάνης, αλλά νομίζω ότι η παράθεση των πιάτων ενός καταλόγου που βασίζεται και στην εποχικότητα δεν έχει νόημα.
Εν κατακλείδι, όμως, θα πω ότι, εκτός από την αξιολόγησή μας που ακολουθεί, καταλήξαμε και σε ένα επιπλέον συμπέρασμα: Αν δεν σκάσαμε και δεν αρρωστήσαμε με τα τόσα που δοκιμάσαμε, δεν οφείλεται στο ότι εμείς του FNL είμαστε ήρωες ή Γαργαντούες, οφείλεται στο ότι το αληθινό φαγητό, αυτό που δεν φτιάχτηκε με ό,τι Ε σε πρόσθετα κυκλοφορεί στην αγορά (ενισχυτικά γεύσης, γαλακτωματοποιητές και σταθεροποιητές που βελτιώνουν την υφή, χρωστικές ή συντηρητικά), με λίγο περπάτημα δεν σου κάθεται ποτέ σα γροθιά στο στομάχι.