CV Distiller update, πιο ολοκληρωμένο από ποτέ!

18 Μαΐου 2016
Θάλεια Τσιχλάκη
CV Distiller bar Στέφανος Ψιλλάκης Θοδωρής Αναγνώστου Θέμης Κοντοδήμας Μάρκος Πρίφτης
Η Θάλεια Τσιχλάκη κι ο Τάσος Μητσελής επιστρέφουν στο εμβληματικό CV Distiller για να δοκιμάσουν μερικά από τα νέα κοκτέιλ του ανοιξιάτικου καταλόγου


Από τη στιγμή που γίνεσαι μέρος της ιστορίας που διηγείσαι, επιτρέποντας της να σε συναρπάσει, το μόνο σίγουρο είναι πως καταλύθηκαν τα όρια μεταξύ της δουλειάς σου και της απόλαυσης, παρότι είχες την πρόθεση να παραμείνεις αποστασιοποιημένος. Μέχρι κι αυτή τη στιγμή, που άρχισα να γράφω, δεν είμαι σε θέση να πω με βεβαιότητα ποιο ήταν το σημείο, κατά τη χθεσινή μας επίσκεψη στο CV Distiller, όπου η δοκιμή των νέων κοκτέιλ που προστέθηκαν στον κατάλογο έπαψε να είναι ο μοναδικός σκοπός μας, παραχωρώντας τη θέση της στην καθαρή απόλαυση.

Ξαφνικά ένιωσα εκείνη τη μικρή, εισαγωγική φράση, «Τα μπαρ είναι καταφύγια», στο άνοιγμα του καταλόγου να με παρακινεί να αναζητήσω εδώ το δικό μου καταφύγιο και να αφεθώ στη διήγηση του head bartender, Θοδωρή Αναγνώστου. Τον άκουγα να εξηγεί πως οι συνεργάτες του, ο Θέμης Κοντοδήμας κι ο Μάρκος Πρίφτης κι εκείνος είχαν εμπνευστεί τα νεοεμφανιζόμενα κοκτέιλ, κι άλλοτε να αναφέρεται στα shrubs, τα σιρόπια, στα bitters, στα υλικά τους γενικότερα, αλλά και στην ταυτότητα των κλασικών κοκτέιλ, στην εξαιρετική συλλογή με τα αποστάγματα του CV Distiller, στην παλαίωση κοκτέιλ σε μικρά βαρελάκια, στην τέχνη του ίδιου του βαρελά, την οποία ούτε καν αναλογιζόμαστε, ακόμα κι όταν μιλάμε για την επίδραση του ξύλου στα κοκτέιλ.

Βρισκόμαστε σχεδόν στο τέλος ενός υπέροχου flying, στη στιγμή που εμφανίζεται το εξαιρετικό The dream-box maker, όπου, παρότι το ίδιο το βαρελάκι μετατρέπεται σε «δοχείο» ενσωμάτωσης των επιμέρους στοιχείων, το ξύλο δεν παύει να δρα στο ήδη παλαιωμένο Jameson, που έχει αναμείξει με «ενισχυμένο» κρασί και bitters προδίδοντας πιο σύνθετα, βαθιά και γοητευτικά αρώματα στο σύνολο του κοκτέιλ.


Αναρωτιέμαι γιατί δεν πήρα τα πράγματα από την αρχή; Γιατί δεν αναφέρθηκα στα πρώτα στα highballs; Σε κείνο 5 O’ Clock, όπου πριν αντιληφθώ την ένταση του τζιν Beefeater το νόμιζα ελαφρύ, επειδή η σόδα και το λεμόνι του σε συνδυασμό με το σιρόπι τσαγιού δυόσμου και το λικέρ κουφοξυλιάς (elderflower) το έκαναν ιδιαιτέρως δροσιστικό.

Θα μπορούσα να είχα σχολιάσει και το εναλλακτικό The Martini #2, όπου και πάλι ένα Beefeater, το 24 αυτή τη φορά, αναμειγνύεται με ένα κρασί από ασύρτικο «ενισχυμένο» με αχιλλέα, ρίγανη, ιβίσκο και σιρόπι μελιού ως γλυκαντικό, χαρίζοντας του μια πολύ πιο wet ταυτότητα. Ενδεχομένως να μη με ενδιέφερε η σειρά της δοκιμής, αφού εντέλει όσα συγκρατείς είναι αυτά που σου άρεσαν περισσότερο κι εγώ από ότι προηγήθηκε αγάπησα το χρυσοκόκκινο Queen of hearts, όπου ο Θέμης Κοντοδήμας είχε την ιδέα να παίξει με τρία μόνο συστατικά παντρεύοντας μια λευκή Olmeca, με Vinsanto Σαντορίνης, σπιτικό shrub με bitters καρδάμωμου.


Πάντως τούτο το καλοκαίρι, που σίγουρα θα ξαναβρεθούμε, αρκετές φορές, στο δροσερό κηπάκι του CV Distillers, δεδομένου ότι μέχρι τις αρχές Ιουνίου αναμένεται και το καλοκαιρινό cocktail menu, αποφάσισα πως ό,τι κι αν έχω επιλέξει πριν το last call μου, το τελευταίο ποτό μου θα είναι το The Night Cup, γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα εκείνη η επίγευση καφέ -από τα coffee bitters- που απόμεινε στο στόμα μου αρκετή ώρα αφότου το μήνυμα των τριών άλλων στοιχείων -του Chivas 12, του Ruby port και του σιροπιού σμέουρου (rusberry)- είχε φτάσει στον εγκέφαλο μου, επισκιάζοντας οτιδήποτε προηγήθηκε.