Η παλαίωση cocktail μέσα σε βαρέλια ή σε μπουκάλια, είναι μια ενδιαφέρουσα τάση, που απαιτεί διάβασμα, φαντασία, και φυσικά υπομονή και πολλούς πειραματισμούς.

Ήταν μια απαίσια βροχερή μέρα. Από την ώρα που είχα ξυπνήσει, τα μαύρα σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό πάνω από το σπίτι μου, μου έδιναν την εντύπωση πως έχει ήδη περάσει το μεσημέρι, γεγονός που μου προκαλούσε μια ανεξήγητη νευρικότητα.
Έφτασα στο bar αρκετές ώρες πριν από την ώρα που κανονικά θα ξεκινούσε η βάρδια μου, προκειμένου να προλάβω να στεγνώσω μετά από την υγρή, τόσο μοναχική διαδρομή μου με τη μοτοσικλέτα. Η βροχή δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό και η κυκλοφορία στους δρόμους της Αθήνας ήταν επίπονη με κάθε μέσο μεταφοράς.
Έβγαλα τα αδιάβροχά μου, το κράνος μου και τα βαριά από το νερό γουότερ-προυφ γάντια μου. Αφαίρεσα το μπουφάν μου, και τα άφησα όλα σε μια καρέκλα. Σύντομα, είχαν δημιουργήσει μια μικρή λίμνη στο καρό μαρμάρινο δάπεδο του bar.
Λίγο αργότερα, στεγνός πια, απολάμβανα έναν ζεστό καφέ, διαβάζοντας την νωπή εφημερίδα μου. Είχα ακόμα αρκετό χρόνο μέχρι να χρειαστεί να βάλω τα πρώτα ποτά, γεγονός που σε συνδυασμό με την μουσική των madrugada μου προκαλούσε μια ηρεμία.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Δεν ήταν κάποιος πελάτης, αλλά ένας ακόμα βρεγμένος μοτοσικλετιστής, που εργαζόταν σε κάποια εταιρεία courier. Με έβαλε να υπογράψω σε ένα χαρτί και μου έδωσε ένα πακέτο που με όριζε ως παραλήπτη, ενώ στο όνομα του αποστολέα έγραφε : EuroWine Gate, Cognac – France.
Παράτησα την εφημερίδα μου, ρούφηξα τις τελευταίες δυο γουλιές καφέ και άνοιξα το πακέτο μου. Ανάμεσα στα πολλά μικρά κομμάτια φελιζόλ, βρήκα δυο μικρά μπουκάλια που έγραφαν: g’vine Hanky Panky. To ένα είχε παλαιώσει για 16 εβδομάδες σε καινούρια δρύινα βαρέλια, ενώ το άλλο είχε υποστεί την ήπια οξείδωση μέσα από τους πόρους βαρελιών που μέχρι πρότινος φιλοξενούσαν X.O. Cognac. Θεέ μου σκέφτηκα! Ήταν μια τόσο όμορφη βροχερή μέρα!