Ε ίναι ανατριχιαστικό, αλλά στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται η χώρα, βρίσκονται πολλές εταιρείες, φορείς και οργανώσεις. Το ελληνικό κρασί, ειδικά, είναι στο σηµείο µηδέν. Τι σηµαίνει αυτό; Πως όλα έχουν αλλάξει και πως ο κλάδος δεν µπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργούσε µέχρι σήµερα, τη στιγµή µάλιστα που οι προκλήσεις είναι τεράστιες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Σε πολλές σηµαντικές αγορές του εξωτερικού, όπως η Αµερική, ο Καναδάς, το Βέλγιο και η Ελβετία, το ελληνικό κρασί είναι στα πρόθυρα της µεγάλης ανατροπής. Βρίσκεται στο «tipping point», που λέει και ο Malcolm Gladwell στο βιβλίο του µε τον ίδιο τίτλο, αλλά παρ’ όλα αυτά χρειάζεται εκείνο το µικρό σπρώξιµο που θα γύρει την πλάστιγγα προς το µέρος µας. Στην εσωτερική αγορά, τα προβλήµατα είναι βέβαια πολλά και σύνθετα, όχι πως δεν υπάρχουν λύσεις.
Το θέµα είναι πως, οργανωτικά, όλα πρέπει να αλλάξουν. Ο κλάδος δεν µπορεί να συνεχίσει έτσι, δεν µπορεί να πάει µπροστά δίχως στελέχη, βασιζόµενος σε περιστασιακά «brain storming» οινοποιών, όπου στην καλύτερη περίπτωση γίνεται µια γενική συζήτηση αυτοσχεδιασµού και στη χειρότερη προωθούνται τα µικρά, ατοµικά συµφέροντα του καθενός. ∆εν υπάρχει θεσµική µνήµη, δεν γίνονται δοµηµένες συζητήσεις που να καταλήγουν κάπου και όταν λαµβάνονται αποφάσεις αυτές συχνά δεν υλοποιούνται. Τέλος, τα περισσότερα οινοποιεία της χώρας είναι εκτός κάθε θεσµικής διαδικασίας και δεν γίνεται καµία απολύτως προσπάθεια να αποτελέσουν µέρος της λύσης και όχι του προβλήµατος. Η εποχή που ο κάθε οινοποιός ασκούσε κλαδική διοίκηση µια φορά το µήνα (ενίοτε και ως χόµπι) έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Οι οινοποιοί, ιδιώτες και συνεταιριστές, πρέπει επιτέλους να συµφωνήσουν στην πρόσληψη ενός προσώπου που θα έχει τη συνολική επίβλεψη και ευθύνη για το µάρκετινγκ του ελληνικού κρασιού, υπό την υψηλή εποπτεία του κλάδου, όπως για παράδειγµα έχουν κάνει οι Αυστριακοί µε τον Willie Klinger, ο οποίος πιστώνεται με τις πρόσφατες εμπορικές επιτυχίες των αυστριακών κρασιών.
Το στέλεχος αυτό θα πρέπει να έχει βαθιά γνώση του αντικειµένου, να χαίρει ήδη εκτίµησης στον κλάδο, να γνωρίζει τις αγορές του εξωτερικού, την ελληνική πραγµατικότητα, τα προβλήµατα και τις δυνατότητες του ελληνικού κρασιού (στο οποίο πρέπει να πιστεύει!) και, φυσικά, να µιλά άπταιστα ξένες γλώσσες. Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να µπορεί εδώ και τώρα να ενώσει όλες τις συνιστώσες του ελληνικού κρασιού («µικρούς/µεγάλους», «ιδιώτες/συνεταιριστές», «εντός/εκτός στρατηγικού», «βόρειους/νότιους», «χυµατζίδες/εµφιαλωτές», «βιοδυναµιστές/τεχνολόγους» και πάει λέγοντας...), γύρω από κοινούς στόχους, µε αφετηρία το Στρατηγικό Σχέδιο, αλλά όχι και δουλική υποταγή σε αυτό. Το ελληνικό κρασί δεν θα πάει µπροστά µε αποκλεισµούς. Είναι λάθος να νοµίζει κανείς πως δεν θα χτίσει επάνω στις επιτυχίες του Κουρτάκη στην Αγγλία, του Τσάνταλη στη Γερµανία ή του Μπουτάρη στην Αµερική — για να πάρουµε τις πιο φωναχτές περιπτώσεις. Ή πως δεν πρέπει να επενδύσει σε αγορές-θύλακες όπως είναι η Γαλλία και τα «περίεργα» κρασιά που αυτή ζητά ή πως και οι πιο «µικροί» παραγωγοί δεν έχουν τα ίδια δικαιώµατα µε τους «µεγάλους».
Όµως, κάθε µέρα που περνά το ελληνικό κρασί χάνει ευκαιρίες. Με την επιβίωση ως κυρίαρχο στόχο, η κρίση έχει οδηγήσει πολλούς στην εσωστρέφεια και στην αδυναµία να δουν και να εκµεταλλευτούν τις ευκαιρίες αυτές. Η ανάγκη πρόσληψης ενός εξωτερικού συνεργάτη, ο οποίος θα αξιολογεί και θα αξιοποιεί ευκαιρίες, ο οποίος θα συντονίζει τις ενέργειες προβολής και προώθησης ανά την υφήλιο, προς όφελος όλων, είναι πλέον επιτακτική.