7 χωριά, 6 ποτήρια, πόσα climats;

14 Οκτωβρίου 2020
Η Σαντορίνη είναι αναμφισβήτητα ένα σπουδαίο terroir. Προσφέρει όμως και climats, όμως υποστηρίζει ο εμβληματικός παραγωγός της Πάρις Σιγάλας;

Στην Γαλλική –ή ακριβέστερα στην Βουργουνδική- ορολογία ο όρος Climat υποδηλώνει έναν οριοθετημένο αμπελώνα, τα ιδιαίτερα κλιματολογικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά του οποίου προσδίδουν στα κρασιά μια μοναδική γεύση. Φυσικά τα καλύτερα όλων αυτών των Climats επιβραβεύονται με ποιοτικούς  τίτλους όπως οι 1er και  Grand Cru, εντούτοις ο όρος περιλαμβάνει ακόμα και “απλά” πλην ξεχωριστά αμπελοτόπια.

Εδώ και λίγα χρόνια ο σπουδαίος Πάρις Σιγάλας έχει βαλθεί να μας πείσει ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Σαντορίνη, η οποία μπορεί να φαντάζει σαν ένα μοναδικό terroir όμως στην πράξη είναι ένα μωσαϊκό διαφορετικών εκφράσεων αυτής της μοναδικότητας.

Ακούγεται πολύπλοκο; Στην πράξη ο οινοποιός της Οίας το έκανε ευκολότερο, αφού οινοποίησε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο  σταφύλια από 7 διαφορετικές περιοχές του νησιού και τις έβαλε σε 7 διαφορετικά μπουκάλια (προ)καλώντας μας να γνωρίσουμε την μοναδικότητά των αρωμάτων και των γεύσεων τους.

Δοκιμάζοντας το εν λόγω assortiment σε νεαρή ηλικία πάντα εύρισκα ότι η υπερβολική νεότητα οδηγούσε τα κρασιά σε μια σχεδόν ομοιόμορφο πορφίλ, αποδυναμώνοντας έτσι την θέση του οινοποιού.  Βέβαια μια συγκριτική δοκιμή των οινοποιημένων σε ανοξείδωτες δεξαμενές και ωριμασμένων για 12 μήνες με τις οινολάσπες κρασιών σαφώς και αποκαλύπτει διαφορές. Όμως η χαμηλή αρωματική ένταση σε συνδυασμό με την τρομακτική Σαντορινιά οξύτητα και αγριάδα πάντα έβαζαν το “πολύ φασαρία για το τίποτα” σαν πρώτη σκέψη στο μυαλό μου.

Επειδή όμως πάντα πρέπει να ακούς προσεκτικά τον Πάρη Σιγάλα ακόμα και αν  διαφωνείς μαζί του, αποφάσισα να παλαιώσω τα 7 χωριά από την εσοδεία του 2015 αφήνοντας το χρόνο να μεγεθύνει τις τυχόν διαφορές τους. Μάλιστα επειδή πιστεύω ότι το δυναμικό αυτών των εξαιρετικών κρασιών είναι 2πλάσιο από τα 7 χρόνια που προτείνει ο ίδιος, επέλεξα να τα ταλαιπωρήσω λιγάκι ώστε να επισπεύσω την ωρίμανσή τους. Έτσι δεν τα αποθήκευσα στην κάβα- ψυγείο μου αλλά σε ένα σκοτεινό, ήρεμο ντουλάπι του σπιτιού μου, του οποίου όμως οι θερμοκρασίες ανεβοκατεβαίνουν σαν roller coaster!

Ζητώντας προκαταβολικά συγνώμη από όλους όσους δούλεψαν σκληρά για αυτά τα κρασιά,  τα έφερα σε 7 ποτήρια· και ω του θαύματος ανακάλυψα 6 διαφορετικές γεύσεις! Οι οποίες βέβαια θα μπορούσαν να είναι και 7 αν το Μεγαλοχώρι δεν ήταν φελλομένο, εν τούτοις επέτρεψαν την “ομαδοποίηση” σε 3 ομάδες των 2.

Σίγουρα η πιο άγρια, όξινη πλευρά της Σαντορίνης εκφράστηκε μέσα από το Oία και τον Πύργο, με την έδρα του Σιγάλα να προσδίδει έναν γεμάτο εσπεριδοειδή και ορυκτότητα χαρακτήρα αλλά και μια εκπληκτική φρεσκάδα και τον …ορεινό  Πύργο να μπολιάζει με τροπικό εξωτισμό το ελαφρύτερο σε αλκοόλη (13,5%) κρασί.

Από την άλλη πλευρά τα Φηρά και το Ημεροβίγλι φώτισαν την ήμερη πλευρά της αγριάδας. Παρόλα τα αρώματα του ζαχαρωμένου ανανά και του λιβανιού τα βελούδινα Φηρά παρουσιάστηκαν ιδιαίτερα φρέσκα, ενώ το πιο ξηροκαρπάτο Ημεροβίγλι χρησιμοποίησε την αλκοόλη σαν γυαλόχαρτο για την μαλακότητά του.

Κάπου στην μέση βρέθηκαν τα χωριά Βουρβούλος και Ακρωτήρι, τα οποία μάλιστα ήρθαν για να θυμίσουν ότι οι τανίνες είναι σήμα κατατεθέν του μοναδικού Σαντορινιού terroir. Το γεμάτο μέλια και καραμελωμένα φουντούκια Βουρβούλος τις συνδύασε με οξύτητα ξυράφι σε ένα τρομακτικά γυμνασμένο σύνολο, ενώ το βουτυράτο Ακρωτήρι προσέθεσε και 14,5 % αλκοόλης για να φτιάξει το οινικό ανάλογο των άγριων κυμάτων που σκάνε στα βράχια της περιοχής.

Η Σαντορίνη αποτελεί ένα από τα πλέον ιδιαίτερα μικρο-περιβάλλοντα στον χώρο του παγκόσμιου κρασιού, με την ορυκτότητα, την οξύτητα, τον πλούτο και τις τανίνες να αποτελούν κοινό τόπο των κρασιών της. Από εκεί και πέρα όμως το υψόμετρο, ο προσανατολισμός και το υπέδαφος παίζουν τον δικό τους ρόλο ανεβάζοντας τον δείκτη του ενδιαφέροντος κάθε οινόφιλου και βάζοντας τις δικές τους αρωματικές και γευστικές πινελιές.  Φυσικά τα 7 χωριά του Σιγάλα μπορεί να μην είναι ακριβώς 7 climats  -μιας και εκφράζουν περιοχές και όχι αμπελοτόπια- ωστόσο αποδεικνύουν και στον πλέον δύσπιστο ότι όλη η Σαντορίνη δεν είναι ίδια1