
Θα ξεκινήσω από την κορυφαία τριάδα που τόσο άξια εκπροσώπησε τους Έλληνες οινοχόους στον διαγωνισμό του 2016. Επιπλέον ήταν και μια εξαιρετική απεικόνιση της ελληνικής αγοράς με την έννοια ότι στην τριάδα αυτή εκπροσωπήθηκε –και αναδείχθηκε- η σύγχρονη τάση των wine-bar, τα κορυφαία ξενοδοχεία και ο πολυτελής τουρισμός μας και βέβαια τα κορυφαία εστιατόρια της χώρας.

Πρώτος αναδείχθηκε ο Άρης Σκλαβενίτης. Ο νεαρός οινολόγος και σομελιέ ήταν αποτελεσματικός, ψύχραιμος, σωστός και κέρδισε. Μαζί του –κατά την προσωπική μου αντίληψη τουλάχιστον- κέρδισαν και τα αθηναϊκά wine-bar. Ο Άρης Σκλαβενίτης εργάζεται στο Oinoscent, το wine-bar που βραβεύτηκε από εμάς στα FnL Best Bar Awards! Κέρδισε η αποτελεσματικότητα, η ψυχραιμία, η ορθότητα αλλά ταυτόχρονα και η πιο χαλαρή προσέγγιση του επαγγέλματος του σομελιέ.
Παρακολουθώντας τον δεύτερο, τον Απόστολο Πλαχούρα του Danai Beach Resort, σκεφτόμουν ότι το επάγγελμα του οινοχόου (όπως και πολλά επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με το κρασί) είναι επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, με κάτι ευχάριστο. Πιστεύω ότι αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνούν ούτε οι σομελιέ, ούτε εμείς οι δημοσιογράφοι …το να παίρνουμε τη δουλειά μας –και τον εαυτό μας- πιο σοβαρά από ότι χρειάζεται είναι πάντα ένα θέμα. Δημιουργεί έπαρση, στόμφο και τελικά μπορεί να εντυπωσιάζει αλλά ταυτόχρονα απομακρύνει τον κόσμο από το κρασί και στο κάτω-κάτω το ακριβώς αντίθετο είναι το ζητούμενο. Μην με παρεξηγήσετε, δεν προσάπτω αυτά στον κ. Πλαχούρα. Είναι απλά σκέψεις που έκανα από το τραπέζι των κριτών παρακολουθώντας τον –ιδιαίτερα απαιτητικό- διαγωνισμό.
Ο τρίτος νικητής, ο Άγγελος Αντωνίου της Σπονδής, ήταν ο λιγότερο έμπειρος στην κορυφαία τριάδα και σε αυτούς τους διαγωνισμούς η εμπειρία μετρά καθοριστικά. Δεν είναι απλό να ανταπεξέλθει κανείς σε τόσες δύσκολες δοκιμασίες παρουσία κοινού και μάλιστα σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια.
Ο Πανελλήνιος διαγωνισμός που γίνεται σύμφωνα με τα πιο αυστηρά πρότυπα της παγκόσμιας ένωσης οιχόοων, της ASI, είναι δύσκολος και γεμάτος παγίδες για τους διαγωνιζόμενους. Ασφαλώς απαιτεί γνώση και ταλέντο, αλλά και ψυχραιμία και εγρήγορση για να αποφύγει κανείς τις «παγίδες» και τις τρικλοποδιές. Μια σειρά από δοκιμασίες, όπως για παράδειγμα η «τυφλή» αναγνώριση πέντε αποσταγμάτων είναι σχεδιασμένες για να εντυπωσιάζουν το κοινό και να δημιουργούν μύθο γύρω από το επάγγελμα του οινοχόου, να το εξιδανικεύουν. Ωστόσο δεν έχω καταλήξει ακόμη -μετά από 20 και πλέον χρόνια που παρακολουθώ ή κρίνω (ή ακόμη και συμμετέχω μια και έχω πάρει και ο ίδιος μέρος στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό της Ruinart στο μακρινό 1994)- αν τελικά αυτές οι δοκιμασίες εξιδανικεύουν ή απομυθοποιούν το επάγγελμα ….αλλά και ορισμένα προϊόντα. Αν ένας κατά τεκμήριο έμπειρος δοκιμαστής, δεν μπορεί σε τυφλή δοκιμή –έστω και υπό πίεση- να διακρίνει μεταξύ ενός κονιάκ της Grande Champagne και μιας τζιβανίας ή μπερδεύει το τζιν με το τσίπουρο τότε –αναρωτιέμαι- πόση εμπιστοσύνη πραγματικά εμπνέει ο ίδιος ή πόσο απομυθοποιείται εκείνη την στιγμή ένα κορυφαίο προϊόν; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ο κόσμος που παρακολουθεί είναι σε θέση να κατανοήσει πόσο δύσκολο είναι στην πραγματικότητα αυτό που ζητούν εκείνη την στιγμή από αυτούς τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα όταν όλοι έχουμε δει στο σινεμά τον James Bond να αναγνωρίζει μια Dom Perignon και την εσοδεία της με μια μυτιά! Θα μου πείτε βέβαια ότι ο ίδιος ήρωας κάνει πολύ πιο απίστευτα πράγματα στα έργα …αλλά οκ εμείς εδώ ασχολούμαστε απλά με το κρασί και τη γαστρονομία…