Το σύστημα της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης

26 Σεπτεμβρίου 2018
Κανένα άλλο γεωργικό προϊόν δεν είναι τόσο συνυφασμένο με τη γεωγραφική του προέλευση και κανένα άλλο δεν ελέγχεται από μια τόσο πολύπλοκη νομοθεσία. Σε πρώτη ανάγνωση το σύστημα απαιτεί απλοποίηση. Είναι, όμως, έτσι;
  • Το σύστημα της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης | Αμπελοτόπι

Η Ελλάδα είχε τη μεγάλη τύχη να έχει, πριν από 30-40 χρόνια, επικεφαλής του οινικού της κλάδου μια γενιά από πεφωτισμένους επαγγελματίες, με ηγέτη τη Σταυρούλα Κουράκου. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται ονόματα όπως Σωτήρης Σωτηρόπουλος, Αντώνης Ποπολάνος και Νίκος Δανηλάτος... Οι άνθρωποι αυτοί προετοίμασαν τον κλάδο του κρασιού για την είσοδό του στην τότε ΕΟΚ δημιουργώντας ένα εξαιρετικό θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο εμπνευσμένο από τη Γαλλία, τη χώρα που συνεχίζει, ακόμα και σήμερα, να έχει το πιο επιτυχημένο και ολοκληρωμένο οινικό οικοδόμημα σε ολόκληρη την υφήλιο. (Για την ιστορία αξίζει να σημειώσουμε πως η Ελλάδα έλαβε συγχαρητήρια την εποχή εκείνη από τους εταίρους της για την οινική της νομοθεσία, ενώ ειπώθηκε πως απ’ όλους τους κλάδους της εθνικής μας οικονομίας, ήταν ο καλύτερα προετοιμασμένος για ένταξη στην Κοινότητα).

Μερικοί ισχυρίζονται (αν όχι στα λόγια, σίγουρα στην πράξη!) πως το γαλλικό μοντέλο δεν κάνει (τελικά) για εμάς, πως καλύτερα θα ήταν να κοιτάξουμε προς τις χώρες του Νέου Κόσμου, που εμφανίζονται περισσότερο ανοιχτές στις καινοτομίες και στους πειραματισμούς, στην προσωπική και όχι στην ομαδική προσπάθεια και, γενικότερα, διαθέτουν ένα πλαίσιο λειτουργίας που αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας στους ιδιώτες οινοπαραγωγούς. Η άποψη αυτή αγνοεί την ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας, που αποτελούν τεράστιο κεφάλαιο για το ελληνικό κρασί.

Το σύστημα της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης (σύμφωνα με το οποίο ένα κρασί παράγεται μέσα σε συγκεκριμένη, οροθετημένη ζώνη από δεδομένες ποικιλίες αμπέλου και κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες), ήταν και είναι καθοριστικό στη διαχρονική ηγεμονία της Γαλλίας στο χώρο του κρασιού. Επίσης, είναι μια μορφή οργάνωσης του κλάδου που, εξ ορισμού, θα λέγαμε, ταίριαζε στη χώρα μας, όχι μόνο λόγω της πλούσιας οινικής της ιστορίας (γηγενείς ποικιλίες και οινοπαραγωγικές περιοχές με πρότερη φήμη), αλλά και λόγω της ισχυρής κεντρικής εξουσίας και της γενικότερης κρατικής οργάνωσης, που έχει πολλά κοινά σημεία με τη Γαλλία.

Ωστόσο, μια λιγότερο γνωστή πτυχή του συστήματος της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης, είναι η οικονομική. Περιέργως, πρόκειται για ένα σύστημα που βρίσκεται στον αντίποδα της συμβατικής οικονομικής λογικής και γι’ αυτό, ίσως, πολλοί οινοπαραγωγοί διστάζουν να το υιοθετήσουν.

Στο συμβατικό οικονομικό μοντέλο, όλα τα παραγόμενα αγαθά και όλα τα εμπορικά σήματα μαζικής κατανάλωσης (συμπεριλαμβανομένων και των κρασιών), είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τη φιλοσοφία της μαζικής παραγωγής: όσο αυξάνονται οι πωλήσεις, τόσο αυξάνεται και το κέρδος μέσα από οικονομίες κλίμακος και συνεχείς βελτιώσεις στην παραγωγική διαδικασία. Ταυτόχρονα, για ομοειδή προϊόντα, ο καθοριστικός παράγοντας στην επιλογή που θα κάνει ο καταναλωτής είναι η τιμή. Έτσι, για τον παραγωγό, το χαμηλό περιθώριο κέρδους αντισταθμίζεται από τους μεγάλους όγκους παραγωγής. Στο χώρο των οίνων υψηλής ποιότητας, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εδώ, το σύστημα της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης, θέτει εκ των προτέρων όρια στην παραγωγή, μέσα από την οροθέτηση των ζωνών και τη θέσπιση ανώτατων στρεμματικών αποδόσεων. Η επ’ άπειρον μεγιστοποίηση της παραγωγής είναι αδύνατη. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, πως όσο περισσότερο αυξάνεται η ζήτηση, τόσο πιο αυστηροί και περιοριστικοί γίνονται οι όροι παραγωγής. Άρα, οι ιδιοκτήτες των κρασιών αυτών δεν αυξάνουν τα περιθώρια κέρδους αυξάνοντας την παραγωγή τους αλλά αυξάνοντας τις τιμές τους, χάρη στην έλλειψη του προϊόντος (αυτό που στα οικονομικά ονομάζεται σπάνις/scarcity) αφού, από τη μια η παραγωγή είναι εξ ορισμού περιορισμένη, ενώ από την άλλη ο δείκτης της «αντικαταστασιμότητας» του κρασιού (ή το «κόστος ευκαιρίας») είναι πολύ χαμηλός.

Αυτό το τελευταίο είναι επακόλουθο του γεγονότος ότι τα κρασιά αυτά έχουν διαμορφώσει μια ισχυρή ταυτότητα ή, στη γλώσσα της γευσιγνωσίας, μια ισχυρή προσωπικότητα. Όταν ένα κρασί διαθέτει ισχυρή ταυτότητα, τότε δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί με κάποιο άλλο. Συχνά η ταυτότητα αυτή είναι επίπλαστη, είναι δηλαδή ένα δημιούργημα του παραγωγού βασισμένη στο μάρκετινγκ: ένα έξυπνο όνομα, το ντύσιμο της φιάλης, ο τρόπος που προωθείται κ.λπ. μπορεί να δημιουργήσουν την αίσθηση του «μοναδικού» ακόμα κι όταν υπάρχουν προς διάθεση ανεξάντλητες ποσότητες κρασιού. Από την άλλη, υπάρχουν φορές όπου η ταυτότητα πραγματικά αντανακλά τη γεωγραφική προέλευση του κρασιού και του αμπελοτοπιού όπου αυτό γεννήθηκε· στις περιπτώσεις αυτές η ταυτότητα δεν είναι απλώς ισχυρή αλλά συνάμα μοναδική και διαχρονικής αξίας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα δύο περιοχές που είναι πολύ κοντά στο να κάνουν πράξη το μοντέλο που περιγράφουμε. Είναι η Σάμος και η Σαντορίνη: ασύρτικο και μοσχάτο λευκό μπορεί να βρει κανείς φυτεμένα σε πολλά σημεία της χώρας (μάλιστα σε ό,τι αφορά το μοσχάτο λευκό, σε όλη την οινική οικουμένη), αλλά πουθενά αλλού δεν δίνουν τις ανεπανάληπτες γεύσεις που γνωρίζουμε. Τόσο στη Σαντορίνη όσο και στη Σάμο, οι δύο αυτές ποικιλίες μας δίνουν κρασιά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Με απλά λόγια, οι γεύσεις αυτές δεν υπάρχουν πουθενά αλλού.

Βέβαια, η υιοθέτηση του μοντέλου της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης απαιτεί μεγάλη υπομονή και επενδύσεις σε βάθος χρόνου. Όμως, η ανταμοιβή είναι τεράστια, τόσο σε πωλήσεις όσο και σε φήμη. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως οι παλαιότερες και πιο γνωστές ονομασίες προέλευσης της Γαλλίας και όχι μόνο, είναι πλέον εντελώς «άτρωτες» ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες (φευ, πολλές) που τα κρασιά τους δεν είναι πλέον τόσο καλά!

Τα κρασιά των πιο φημισμένων περιοχών ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης, έχουν αναπτύξει μέσα στο χρόνο ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο δίκτυο συμμάχων και συγκλινόντων συμφερόντων που μαζί διαμορφώνουν μια αλυσίδα, ο κάθε κρίκος της οποίας είναι ισχυρότατος. Οποιοσδήποτε θα ήθελε να αμφισβητήσει ένα τέτοιο κρασί καλείται να αποδομήσει ένα-ένα τα στοιχεία αυτού του οικοδομήματος, που είναι τόσο συμπαγές όσο είναι και παλαιό. Όποιος νομίζει, λόγου χάρη, πως μια φιάλη Chateauneuf-du-Pape (οινοπαραγωγική περιοχή της Νοτίου Γαλλίας) είναι το ίδιο πράγμα με ένα τυχάρπαστο κόκκινο κρασί από την Αυστραλία ή τη Χιλή κάνει μεγάλο λάθος. Διότι, το ξέρουμε όλοι, αφού έχουν φροντίσει γενεές επί γενεών γάλλων παραγωγών γι’ αυτό, πως κάθε φιάλη Σατονέφ ντι Παπ είναι η ενσάρκωση των 13 ποικιλιών που τη συναπαρτίζουν, των χαρακτηριστικών («μοναδικών») στρογγυλών βοτσάλων που βρίσκονται σπαρμένα κάτω από τα πρέμνα και που «τη νύχτα αποδίδουν στο αμπέλι τη θερμότητα που αποθηκεύουν όλη την ημέρα», του Βαρόνου Ντεμπουαζομαρί, που θεωρείται ο πατέρας των ονομασιών προέλευσης της Γαλλίας αρχής γενομένης με την ίδρυση του Συνδικάτου Παραγωγών του Chateauneuf-du-Pape το 1923, των χαλασμάτων του πύργου που έδωσε το όνομά του στην περιοχή, του ίδιου του Πάπα ο οποίος πήγαινε εκεί διακοπές και έπινε τα κρασιά αυτά κ.ο.κ. Η επιχειρηματολογία (το narrative, όπως λένε τώρα τελευταία στα αγγλικά), είναι ατέλειωτη.

Όλα αυτά τα στοιχεία, όλοι αυτοί οι παράγοντες, έχουν στρατολογηθεί από χρόνο σε χρόνο, από αλλεπάλληλες γενιές οινοποιών και άλλων ενδιαφερομένων (αιρετοί, έμποροι, δημοσιογράφοι, φίλοι του κρασιού και όποιος άλλος είχε και έχει συμφέρον/ενδιαφέρον), για να στηθεί μια «αλήθεια», η οποία είναι τόσο αποτελεσματική όσο είναι και εντελώς δομημένη.

Το «αστείο» της υπόθεσης είναι ότι το σύστημα αυτό σχεδόν εξασφαλίζει διά βίου φήμη και επιτυχία και το παράδειγμα του Chateauneuf-du-Pape, μια περιοχή που χρόνια τώρα ζει επάνω στα κεκτημένα της με πολλά μέτρια κρασιά, δεν είναι τυχαίο.

Η περίπτωση των «ποικιλιακών οίνων» συμπληρώνει την εικόνα. Βλέπουμε σήμερα στο εξωτερικό, τα ίδια άτομα που πριν από λίγα χρόνια χειροκροτούσαν την «απλότητα» της ποικιλιακής προσέγγισης να παραπονούται για την «ομογενοποίηση» των γεύσεων και να ομιλούν για λέσχες ABC (Anything But Chardonnay). Να τι συμβαίνει όταν αφήνουμε ένα κρασί να προσδιοριστεί από τον πιο χαμηλό του συντελεστή, δηλαδή την ποικιλία του! Στην περίπτωση αυτή το κρασί καταντά μια, ακόμα, γεύση (και τίποτε άλλο), στο ίδιο επίπεδο με ένα αναψυκτικό· ένα προϊόν που θα ξεχαστεί και θα πεταχτεί στον κάλαθο απορριμμάτων της οινικής ιστορίας μόλις πάψει να είναι μόδα.

Από την άλλη, ποιος ABC-εμφορούμενος αμφισβητίας θα τολμούσε να τα βάλει με ένα Corton Charlemagne ή ένα Puligny-Montrachet (όλα από σαρντονέ, φυσικά); Ή, αν εκτιμάτε πως τα κρασιά αυτά είναι ούτως ή άλλως πολύ σπουδαίας ποιότητας, ποιος μπορεί να τα βάλει σήμερα με τα Chablis (περιοχή όπου, κατά την άποψη πολλών, επικρατεί η μετριότης...); Eνώ είναι λοιπόν σχετικά εύκολο να απορρίψει κανείς μια φιάλη με την απλή ένδειξη «Chardonnay», είναι παρά πολύ δύσκολο να κάνει το ίδιο όταν η φιάλη αυτή φέρει την ένδειξη «Chablis», «Corton Charlemagne» και «Puligny-Montrachet», ανεξαρτήτως της ποιότητας του περιεχομένου. (Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί γάλλοι παραγωγοί αντιμάχονται λυσσαλέα την αναγραφή της ποικιλίας στις ετικέτες οίνων AOC — «δεν είναι απλά ένα σαρντονέ», λένε, και έχουν δίκιο).

Σε βάθος χρόνου, η μεγάλη επιτυχία του συστήματος της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης δεν είναι τόσο η προστασία που εξασφαλίζει στους παραγωγούς (η οποία έχει να κάνει περισσότερο με τη διαχρονική αντιμετώπιση διαφόρων τάσεων μόδας και όχι με τη στήριξη κακής ποιότητας κρασιών), όσο η μετατροπή του «απλού καταναλωτή» σε πραγματικό οινολάτρη. Διότι ποιο άλλο προϊόν ενέχει τόσο μεγάλο ρίσκο με κάθε αγορά του; (Αν δεν έχεις ξαναδοκιμάσει ένα συγκεκριμένο κρασί δεν έχεις ιδέα τι αγοράζεις…). Από την άλλη, πάλι, ποιο άλλο προϊόν μπορεί να προσφέρει τόση ηδονή, ακόμα κι όταν δεν βρίσκεται στο πιο υψηλό σκαλοπάτι της ποιοτικής του πυραμίδας; Διότι ασφαλώς, η πραγματική ομορφιά στο κρασί δεν είναι να πίνεις κάθε μέρα ένα Chateau Margaux ή κάτι εφάμιλλο, αλλά να μπορείς να δοκιμάζεις, να συγκρίνεις και να απομνημονεύεις κρασιά από διάφορα μέρη και σε διαφορετικά στάδια εξέλιξης. Να ταξιδεύεις σε τόπους μακρινούς ή αγαπητούς και ιδιαίτερους, καθισμένος στην πολυθρόνα σου. Να βυθίζεσαι στην αναζήτηση και να συνομιλείς με το κρασί... Μια πολυπλοκότητα η οποία, πολύ απλά, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει δίχως την υποδομή του πολυσύνθετου συστήματος της ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης και της συν αυτώ έννοιας του τερουάρ.


* Φωτογραφία: Αμπελώνας από τη Βουργουνδία, ίσως την περιοχή με το πιο πολύπλοκο σύστημα ονομασιών προέλευσης.

Σχόλια Χρηστών

Συνδεθείτε ή Εγγραφείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ - 26 Σεπτεμβρίου 2018

Chapeau !!!